Skip to main content
Αυτοεκτίμηση: γιατί δεν αλλάζει με επιχειρήματα

Αυτοεκτίμηση: γιατί δεν αλλάζει με επιχειρήματα

14 λεπτά ανάγνωση

Αυτοεκτίμηση: γιατί η χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν αλλάζει με επιχειρήματα ή θετικές φράσεις. Πώς χτίζεται στις πρώτες σχέσεις, πώς διαφέρει από την αυτοπεποίθηση, τι είναι η εύθραυστη αυτοεκτίμηση και τι βοηθά στην ψυχοθεραπεία

Μοιραστείτε το

Κάποιος του λέει «τα πήγες εξαιρετικά». Εκείνος χαμογελά, ευχαριστεί, και μέσα του γράφει αμέσως μια υποσημείωση: δεν ξέρει πόσο κόπο έκανα για να φανεί εύκολο. Ή: το λέει από ευγένεια. Ή, το πιο συχνό: αν με ήξερε καλύτερα, θα άλλαζε γνώμη. Ο έπαινος πέφτει πάνω του σαν νερό σε αδιάβροχο. Κυλάει, και από κάτω μένει στεγνό.

Οι άνθρωποι γύρω του έχουν δοκιμάσει τα πάντα. Του θυμίζουν τις επιτυχίες του, του απαριθμούν τα προσόντα του, του λένε με ειλικρίνεια πόσο τον αγαπούν. Εκείνος ακούει, συχνά συμφωνεί με τη λογική, και η αίσθηση μέσα του μένει ίδια. Εδώ βρίσκεται το πιο μπερδεμένο σημείο της χαμηλής αυτοεκτίμησης: τα επιχειρήματα δεν της λείπουν. Απλώς μιλάει μια γλώσσα που τα επιχειρήματα δεν φτάνουν.

Η αυτοεκτίμηση είναι η σταθερή, συχνά ασυνείδητη αίσθηση ότι αξίζεις, πολύ περισσότερο από μια γνώμη για τον εαυτό σου. Χτίζεται μέσα σε σχέσεις, από τον τρόπο που σε είδαν οι σημαντικοί άλλοι, και λειτουργεί σαν σχεσιακή μνήμη. Τέτοιες μνήμες αλλάζουν μέσα από νέες εμπειρίες σχέσης, όχι με επιχειρήματα.

Αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση: ποια η διαφορά;

Μια χειρουργός μπαίνει στο χειρουργείο και ξέρει ακριβώς τι κάνει. Τα χέρια της δεν τρέμουν, οι αποφάσεις της είναι γρήγορες, οι συνάδελφοι την εμπιστεύονται. Το ίδιο βράδυ, σε ένα τραπέζι με φίλους, νιώθει ότι όλοι οι άλλοι είναι πιο ενδιαφέροντες, ότι η παρουσία της ανέχεται και δεν την επιθυμεί κανείς. Η ίδια γυναίκα, λίγες ώρες μακριά.

Οι δύο λέξεις χρησιμοποιούνται συχνά σαν συνώνυμα, και η σύγχυση κοστίζει. Η αυτοπεποίθηση αφορά το «μπορώ»: την εμπιστοσύνη σε μια ικανότητα, σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Χτίζεται με εξάσκηση και επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα. Η αυτοεκτίμηση αφορά το «αξίζω»: μια πιο γενική αίσθηση ότι έχεις θέση στον κόσμο και στις σχέσεις σου, ακόμα και τις μέρες που δεν τα καταφέρνεις. Κανένα αποτέλεσμα δεν την αποδεικνύει, γιατί δεν στηρίχτηκε ποτέ σε αποτελέσματα.

Γι' αυτό οι δύο μπορούν να συνυπάρχουν σε αντίθετα επίπεδα. Άνθρωποι με μεγάλη επαγγελματική επάρκεια κουβαλούν συχνά μια ήσυχη βεβαιότητα ότι δεν αξίζουν αυτό που έχουν, και ζουν με τον φόβο ότι κάποια στιγμή θα «αποκαλυφθούν». Είναι η εμπειρία που περιγράφεται ως σύνδρομο του απατεώνα: η επιτυχία συσσωρεύεται και η αίσθηση αξίας δεν ακολουθεί.

Υπάρχει και μια πιο ύπουλη εκδοχή. Όταν η αξία ενός ανθρώπου δένεται αποκλειστικά με την απόδοσή του, η αυτοπεποίθηση αναλαμβάνει να κάνει τη δουλειά της αυτοεκτίμησης. Όσο πηγαίνουν όλα καλά, η διαφορά δεν φαίνεται. Φαίνεται την πρώτη φορά που κάτι αποτυγχάνει, και ολόκληρο το οικοδόμημα κλονίζεται μαζί του.

Ένας μετρητής που κοιτάζει τους άλλους

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ο κοινωνικός ψυχολόγος Mark Leary διατύπωσε μια ιδέα που άλλαξε τον τρόπο που η έρευνα σκεφτόταν την αυτοεκτίμηση. Την ονόμασε θεωρία του κοινωνιομέτρου (sociometer). Κατά τον Leary, η αυτοεκτίμηση λειτουργεί σαν ένας εσωτερικός μετρητής που παρακολουθεί πόσο αποδεκτοί και πολύτιμοι είμαστε για τους άλλους. Αυτό που μετράει ονομάζεται σχεσιακή αξία: πόσο φαίνεται ότι μετράμε για τους ανθρώπους που έχουν σημασία για εμάς.

Η ιδέα έχει ισχυρή εμπειρική στήριξη. Σε πειράματα, η αυτοεκτίμηση πέφτει με πραγματική ή φανταστική απόρριψη και ανεβαίνει με την αποδοχή. Ένα εύρημα της ίδιας ερευνητικής γραμμής είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: η απόρριψη ρίχνει την αυτοεκτίμηση περισσότερο απ' όσο την ανεβάζει η αποδοχή. Ο μετρητής είναι ασύμμετρος. Γράφει τις απώλειες με πιο έντονο μελάνι από τα κέρδη.

Η έρευνα όμως κρύβει και μια λεπτομέρεια που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την ψυχοδυναμική σκέψη. Ο μετρητής δεν διαβάζει μόνο ό,τι συμβαίνει τώρα. Αντλεί πληροφορία και από τις μνήμες παλαιότερων σχέσεων και από όσα περιμένουμε να συμβούν. Εδώ η γλώσσα της κοινωνικής ψυχολογίας συναντά τη γλώσσα της κλινικής: η βελόνα έχει ρυθμιστεί πολύ πριν μπούμε στο σημερινό δωμάτιο. Κάποιος μπορεί να είναι αγαπητός σε όλους γύρω του, και ο μετρητής του να δείχνει ακόμα την ένδειξη μιας σχέσης που έληξε πριν από τριάντα χρόνια.

Η νευροεπιστήμη έχει δώσει ενδιαφέροντα, αλλά περιορισμένα, στοιχεία. Σε μια μελέτη με λειτουργική μαγνητική τομογραφία (Onoda και συνεργάτες, 2010), 26 συμμετέχοντες έπαιζαν ένα ψηφιακό παιχνίδι πάσας, στο οποίο κάποια στιγμή οι άλλοι «παίκτες» σταματούσαν να τους πετούν την μπάλα. Όσοι είχαν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση ανέφεραν μεγαλύτερο κοινωνικό πόνο και έδειξαν εντονότερη δραστηριότητα στον ραχιαίο πρόσθιο προσαγώγιο φλοιό, μια περιοχή που εμπλέκεται και στη δυσφορία του σωματικού πόνου. Το εύρημα είναι εύγλωττο, αλλά χρειάζεται μέτρο στην ερμηνεία του: το δείγμα ήταν μικρό, η απόρριψη εργαστηριακή, και η συσχέτιση δεν μας λέει τι προηγείται. Μας λέει κυρίως ότι για ορισμένους ανθρώπους η ίδια σκηνή πονάει περισσότερο.

Ο εαυτός βρίσκει τον εαυτό του στο βλέμμα του άλλου

Ένα βρέφος κλαίει. Η μητέρα του σκύβει, και στο πρόσωπό της εμφανίζεται μια εκδοχή της δικής του δυσφορίας: τα φρύδια σμίγουν, η φωνή χαμηλώνει. Δεν πανικοβάλλεται μαζί του, ούτε όμως μένει ανέκφραστη. Του δείχνει κάτι αναγνωρίσιμο και ταυτόχρονα λίγο διαφορετικό, μια λίγο «σημαδεμένη» εκδοχή του συναισθήματός του, που λέει ταυτόχρονα «βλέπω τι νιώθεις» και «αυτό μπορεί να αντέξει».

Ο Peter Fonagy, ο György Gergely και οι συνεργάτες τους περιέγραψαν αυτή τη διαδικασία ως σημαδεμένο καθρέφτισμα (marked mirroring). Γονείς που μπορούν να σκέφτονται τον εσωτερικό κόσμο του παιδιού ανταποκρίνονται στα συναισθήματά του με τρόπο που του επιτρέπει σιγά σιγά να αποκτήσει μια αναπαράσταση της δικής του εμπειρίας. Το παιδί, κατά μία έννοια, βρίσκει τον εαυτό του μέσα στο μυαλό του άλλου. Από αυτή τη ρίζα αναπτύσσεται η νοητικοποίηση (mentalization), η ικανότητα να κατανοούμε τη συμπεριφορά, δική μας και των άλλων, μέσα από σκέψεις, επιθυμίες και συναισθήματα.

Ο John Bowlby, λίγες δεκαετίες νωρίτερα, είχε περιγράψει κάτι συγγενικό από άλλη οπτική. Μέσα από χιλιάδες επαναλαμβανόμενες στιγμές φροντίδας, το παιδί σχηματίζει «εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα»: αθόρυβες προσδοκίες για το πώς ανταποκρίνονται οι άλλοι και, μαζί, για το αν ο ίδιος είναι κάποιος που αξίζει να τον φροντίζουν. Αυτά τα μοντέλα δεν αποθηκεύονται ως προτάσεις. Αποθηκεύονται ως τρόποι του να περιμένεις, να πλησιάζεις, να αποσύρεσαι. Ο Heinz Kohut θα μιλούσε για τη λάμψη στο βλέμμα της μητέρας, που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του παιδιού πριν εκείνο κάνει οτιδήποτε για να την κερδίσει.

Εδώ βρίσκεται η απάντηση στο αίνιγμα του ανοίγματος. Αν η αυτοεκτίμηση ήταν γνώμη, θα άλλαζε με καλύτερα στοιχεία. Είναι όμως κάτι παλαιότερο και βαθύτερο: μια σχεσιακή μνήμη, γραμμένη σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ακόμα λέξεις, και αποθηκευμένη σε ένα επίπεδο που η λογική δεν επισκέπτεται. Κανείς δεν πείθει μια μνήμη ότι έκανε λάθος. Μπορεί μόνο να προσθέσει δίπλα της νέες εμπειρίες, αρκετά πολλές και αρκετά σταθερές ώστε κάποια στιγμή να βαραίνουν περισσότερο.

Ως ψυχοθεραπεύτρια, βλέπω συχνά ανθρώπους που θυμούνται ελάχιστα συγκεκριμένα γεγονότα από την παιδική τους ηλικία και περιγράφουν τα παιδικά τους χρόνια ως «φυσιολογικά». Κι όμως, η σχέση τους με τον εαυτό τους κουβαλά με ακρίβεια την ποιότητα εκείνου του βλέμματος: βιαστικού, κουρασμένου, υπό όρους. Το σώμα και οι σχέσεις θυμούνται ό,τι η μνήμη των γεγονότων δεν κράτησε. Όσα έμειναν σιωπηλά εκείνα τα χρόνια συχνά ξαναμιλούν στην ενήλικη ζωή, όπως περιγράφεται και στο άρθρο για το τραύμα της παιδικής ηλικίας και τις σιωπηλές εκφράσεις του.

Γιατί τα καλά λόγια δεν σε πείθουν;

Το 2009 η Joanne Wood και οι συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο του Waterloo έβαλαν σε δοκιμασία μια από τις πιο διαδεδομένες συμβουλές της αυτοβοήθειας: να λες στον εαυτό σου θετικές φράσεις. Ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να επαναλαμβάνουν «είμαι αξιαγάπητος άνθρωπος». Όσοι είχαν υψηλή αυτοεκτίμηση ένιωσαν ελαφρώς καλύτερα. Όσοι είχαν χαμηλή ένιωσαν χειρότερα από εκείνους που δεν επανέλαβαν τίποτα.

Το εύρημα ξαφνιάζει μόνο αν σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως γνώμη. Αν τη σκεφτούμε ως μνήμη, είναι σχεδόν αναμενόμενο. Μια φράση πολύ μακριά από αυτό που νιώθει κανείς ενεργοποιεί την αντίθετη φωνή: «δεν είναι αλήθεια», «αν ήξεραν». Κάθε επανάληψη γίνεται μια μικρή απόδειξη αποτυχίας, αφού ούτε αυτό δεν «πιάνει».

Υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο δυσάρεστο εύρημα. Ο William Swann και οι συνεργάτες του έδειξαν, σε δεκάδες επαναλήψεις σε διαφορετικά εργαστήρια, ότι οι άνθρωποι με αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους προτιμούν να συναναστρέφονται όσους τους βλέπουν επίσης αρνητικά. Ονόμασαν το φαινόμενο αυτοεπιβεβαίωση (self-verification). Ακούγεται παράλογο, μέχρι να αναρωτηθεί κανείς τι προσφέρει: έναν κόσμο που βγάζει νόημα. Όταν οι άλλοι σε βλέπουν όπως βλέπεις εσύ τον εαυτό σου, ξέρεις τι να περιμένεις. Όταν σε υπερεκτιμούν, ζεις με την αίσθηση ενός λάθους που περιμένει να διορθωθεί.

Στην κλινική πράξη αυτό μεταφράζεται σε επαναλήψεις που μοιάζουν με ατυχία. Ο σύντροφος που υποτιμά, ο προϊστάμενος που δεν αναγνωρίζει, η φιλία στην οποία δίνει πάντα ο ένας. Η ψυχοδυναμική ματιά δεν βλέπει εδώ μαζοχισμό ούτε κακή κρίση. Βλέπει την έλξη του γνώριμου: σχέσεις που επιβεβαιώνουν την παλιά ένδειξη του μετρητή μοιάζουν, παράδοξα, πιο ασφαλείς από σχέσεις που την αμφισβητούν. Μια σχετική δυναμική εξετάζεται και στο άρθρο για την εξάρτηση στις σχέσεις, εκεί όπου η ανάγκη να μην μείνει κανείς μόνος οδηγεί να δεχτεί λιγότερα απ' όσα χρειάζεται.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι τα καλά λόγια είναι άχρηστα. Σημαίνει ότι από μόνα τους δεν φτάνουν ως εκεί που χρειάζεται. Η ίδια έρευνα της Wood έδειξε κάτι ελπιδοφόρο: όταν οι συμμετέχοντες με χαμηλή αυτοεκτίμηση είχαν την άδεια να σκεφτούν και τις πλευρές στις οποίες η θετική φράση δεν ίσχυε, ένιωθαν καλύτερα. Η αλλαγή φαίνεται να περνά από την ειλικρίνεια, όχι από την επιμονή. Μεταγενέστερες έρευνες πάνω στην αυτοεπιβεβαίωση των αξιών (self-affirmation) δείχνουν μια συγγενική κατεύθυνση: όταν οι άνθρωποι γράφουν για όσα θεωρούν πραγματικά σημαντικά στη ζωή τους, αντί να επαναλαμβάνουν κολακευτικές φράσεις, αποδίδουν συχνά καλύτερα υπό πίεση. Η διαφορά είναι λεπτή και ουσιαστική. Η μία άσκηση ζητά από τον άνθρωπο να πιστέψει μια κρίση για τον εαυτό του. Η άλλη τον καλεί να συναντήσει κάτι που ήδη αγαπά.

Υψηλή αλλά εύθραυστη: όταν η αυτοεκτίμηση γίνεται πανοπλία

Η δημόσια συζήτηση αντιμετωπίζει την αυτοεκτίμηση σαν ποσότητα: λίγη είναι πρόβλημα, πολλή είναι υγεία. Η κλινική εμπειρία δεν επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα. Όλοι έχουμε γνωρίσει τον άνθρωπο που μιλά για τον εαυτό του με απόλυτη βεβαιότητα και καταρρέει, ή γίνεται επιθετικός, με την πρώτη κριτική.

Ο Michael Kernis πρότεινε το 2003 μια διάκριση που βοηθά να το κατανοήσουμε. Η υψηλή αυτοεκτίμηση, υποστήριξε, μπορεί να είναι ασφαλής ή εύθραυστη. Η εύθραυστη είναι αμυντική, εξαρτάται από όρους, κυμαίνεται έντονα από μέρα σε μέρα, και συχνά δεν συμφωνεί με ό,τι ο άνθρωπος νιώθει για τον εαυτό του σε πιο ασυνείδητο επίπεδο. Η ασφαλής είναι σταθερή και δεν χρειάζεται διαρκή επιβεβαίωση. Ο Kernis θεωρούσε την αυθεντικότητα κεντρικό της γνώρισμα: τη δυνατότητα να είσαι αυτός που είσαι χωρίς να χρειάζεται να το αποδεικνύεις.

Από ψυχοδυναμική σκοπιά, η εύθραυστη υψηλή αυτοεκτίμηση λειτουργεί συχνά ως πανοπλία γύρω από την ίδια ακριβώς πληγή που βλέπουμε στη χαμηλή. Αλλάζει η στρατηγική, όχι η ρίζα. Ο ένας αποσύρεται για να μην απορριφθεί. Ο άλλος κατακτά για να μη χρειαστεί ποτέ να ρωτήσει αν θα γινόταν δεκτός χωρίς τα κατορθώματά του.

Η γραμμή ανάμεσα στην υγιή περηφάνια και στην άμυνα δεν είναι όμως πάντα καθαρή, και εδώ οφείλω να είμαι ειλικρινής. Υπάρχουν άνθρωποι με πραγματική αίσθηση αξίας που αντιδρούν έντονα σε μια άδικη κριτική, και άνθρωποι με εύθραυστη αυτοεκτίμηση που έχουν μάθει να κρύβουν άψογα την ευαλωτότητά τους. Οι μετρήσεις της έρευνας πιάνουν τάσεις σε ομάδες, όχι την ιστορία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Το ερώτημα «πόσο από την αυτοπεποίθησή μου είναι αληθινή και πόσο προστατευτική;» δεν απαντιέται με ένα τεστ. Χρειάζεται χρόνο, και συχνά έναν άλλον άνθρωπο που να αντέχει να το ψάξει μαζί σου.

Τι αλλάζει στην ψυχοθεραπεία

Αν η αυτοεκτίμηση είναι μνήμη σχέσης, η αλλαγή της περνά αναγκαστικά από μια σχέση. Γι' αυτό η ψυχοδυναμική δουλειά σπάνια στοχεύει να πείσει τον άνθρωπο ότι αξίζει. Ο θεραπευτής που επαινεί επίμονα βρίσκεται γρήγορα στη θέση των φίλων του ανοίγματος: ακούγεται ευγενικός και μένει αναποτελεσματικός.

Η θεραπεία προσφέρει μια άλλου είδους εμπειρία. Ένας άνθρωπος προσέχει με σταθερότητα, εβδομάδα με την εβδομάδα, χωρίς να χρειάζεται από τον θεραπευόμενο να αποδώσει, να είναι ευχάριστος ή να θεραπευτεί γρήγορα. Αντέχει την απογοήτευση, τον θυμό, τις σιωπές, και παραμένει. Κάποια στιγμή ο θεραπευόμενος αρχίζει να προσέχει κάτι παράξενο: δεν έχει απορριφθεί, ενώ ο μετρητής του το προέβλεπε με σιγουριά.

Ο Fonagy και η Elizabeth Allison μιλούν σε πιο πρόσφατο έργο τους για επιστημική εμπιστοσύνη (epistemic trust): την ικανότητα να εμπιστευτείς ότι αυτό που σου μεταδίδει ένας άλλος άνθρωπος είναι αληθινό και σε αφορά. Οι άνθρωποι με βαθιά χαμηλή αυτοεκτίμηση έχουν συχνά χάσει ακριβώς αυτή την εμπιστοσύνη απέναντι σε κάθε καλό λόγο. Δεν την ξαναβρίσκουν με εξηγήσεις. Την ξαναβρίσκουν όταν νιώσουν ότι ο άλλος τούς έχει πραγματικά κατανοήσει, και στις δύσκολες πλευρές τους.

Η διαδρομή αυτή είναι αργή και δεν είναι γραμμική. Υπάρχουν περίοδοι που όλα φαίνονται να επιστρέφουν στην αρχή, ιδίως μετά από μια απόρριψη ή μια αποτυχία. Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί χρονοδιάγραμμα. Αυτό που αλλάζει συνήθως δεν είναι ότι ο άνθρωπος αρχίζει ξαφνικά να θαυμάζει τον εαυτό του. Αλλάζει κάτι πιο ήσυχο: η φωνή που τον κατηγορεί χάνει την απόλυτη βεβαιότητά της.

Στη θεραπεία, αυτή η απώλεια βεβαιότητας έχει συχνά μια συγκεκριμένη μορφή. Ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζει την εσωτερική κριτική ως αντικειμενική περιγραφή και αρχίζει να την ακούει ως φωνή με ιστορία. Αρχίζει να αναρωτιέται ποιος μιλούσε έτσι και σε ποια ηλικία ακούστηκε πρώτη φορά αυτός ο τόνος. Το ερώτημα δεν τίθεται για να βρεθεί ένοχος. Γίνεται επειδή μια φωνή που έχει ιστορία δεν είναι πια ο νόμος της φύσης που έμοιαζε. Αυτό είναι, στην ουσία του, η νοητικοποίηση στραμμένη προς τον εαυτό: η δυνατότητα να σκεφτείς αυτό που νιώθεις αντί απλώς να το υποστείς. Περισσότερα για το πώς δουλεύει αυτή η προσέγγιση υπάρχουν στο κείμενο για το τι είναι η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία.

Αξίζει ένα σημείο προσοχής. Όταν η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνοδεύεται από επίμονη θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που κάποτε ευχαριστούσαν, διαταραχές ύπνου ή σκέψεις ότι η ζωή δεν έχει αξία, μπορεί να πρόκειται για κατάθλιψη. Σε αυτή την περίπτωση η συζήτηση με έναν ειδικό δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη.

Πιο απλά

Η αυτοεκτίμηση είναι η αίσθηση ότι αξίζεις ακόμα κι όταν δεν τα καταφέρνεις, και διαφέρει από την εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου. Σχηματίζεται πολύ νωρίς, από το πώς σε είδαν και σε ένιωσαν οι άνθρωποι που σε μεγάλωσαν, και μένει αποθηκευμένη σαν μνήμη, όχι σαν σκέψη. Γι' αυτό οι θετικές φράσεις και τα λογικά επιχειρήματα συχνά δεν αγγίζουν αυτό το σημείο, και καμιά φορά το πληγώνουν περισσότερο. Ούτε η εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση σημαίνει πάντα ασφαλή αυτοεκτίμηση. Τη μεταβάλλουν νέες, σταθερές εμπειρίες σχέσης, και η ψυχοθεραπεία είναι ένας χώρος όπου μια τέτοια εμπειρία μπορεί να συμβεί με ασφάλεια.

Να σε δουν, ξανά και ξανά

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν αποτελεί ελάττωμα χαρακτήρα ούτε έλλειψη θέλησης. Είναι, πολύ συχνά, η πιστή καταγραφή μιας παλιάς σχέσης, που συνεχίζει να διαβάζεται σαν να ήταν ακόμα παρούσα. Αυτό μπορεί να ακούγεται βαρύ, αλλά περιέχει και την ελπίδα του: ό,τι γράφτηκε μέσα σε σχέσεις μπορεί, με χρόνο, να ξαναγραφτεί μέσα σε σχέσεις.

Δεν χρειάζεται να πειστείς ότι αξίζεις για να ξεκινήσει αυτή η αλλαγή. Χρειάζεται, συνήθως, να επιτρέψεις σε κάποιον να σε δει όπως είσαι, αρκετές φορές ώστε η παλιά βελόνα να αρχίσει, αργά, να κουνιέται.

Θεωρητικές πηγές

Για όποιον θέλει να διαβάσει περισσότερα, οι βασικές πηγές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε αυτό το κείμενο, αλφαβητικά. Όπου υπάρχει νόμιμη ελεύθερη πρόσβαση, ο τίτλος οδηγεί στο κείμενο:

Inge Bretherton, The Origins of Attachment Theory: John Bowlby and Mary Ainsworth (1992), δωρεάν PDF: η πιο καθαρή εισαγωγή στη σκέψη του Bowlby και στα εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα.

Peter Fonagy, Elizabeth Allison, The Role of Mentalizing and Epistemic Trust in the Therapeutic Relationship (2014), δωρεάν PDF από το University College London: η νοητικοποίηση και η επιστημική εμπιστοσύνη μέσα στη θεραπευτική σχέση.

Peter Fonagy, György Gergely, Elliot Jurist, Mary Target, Affect Regulation, Mentalization, and the Development of the Self (2002), βιβλίο χωρίς ελεύθερη εκδοχή: το σημαδεμένο καθρέφτισμα και η γέννηση του εαυτού μέσα στο μυαλό του άλλου.

Michael Kernis, Optimal Self-Esteem and Authenticity: Separating Fantasy from Reality (2003), δωρεάν PDF: η ασφαλής και η εύθραυστη υψηλή αυτοεκτίμηση, και ο ρόλος της αυθεντικότητας.

Mark Leary, Making Sense of Self-Esteem (1999), περίληψη στη σελίδα του εκδότη: η θεωρία του κοινωνιομέτρου από τον δημιουργό της.

William Swann, The Trouble with Change: Self-Verification and Allegiance to the Self (1997), δωρεάν PDF από το εργαστήριο του συγγραφέα: γιατί αναζητούμε επιβεβαίωση ακόμα και μιας αρνητικής εικόνας για τον εαυτό μας.

Joanne Wood, Elaine Perunovic, John Lee, Positive Self-Statements: Power for Some, Peril for Others (2009), περίληψη στο PubMed: η μελέτη που έδειξε ότι οι θετικές δηλώσεις μπορεί να βλάπτουν όσους τις χρειάζονται περισσότερο.

Αυτοεκτίμηση: γιατί δεν αλλάζει με επιχειρήματα · Ψυχής Λόγος / Psychis Logos