Skip to main content
Όταν λείπεις από τον εαυτό σου: το χρόνιο κενό και η αίσθηση της ανυπαρξίας

Όταν λείπεις από τον εαυτό σου: το χρόνιο κενό και η αίσθηση της ανυπαρξίας

12 λεπτά ανάγνωση

Το χρόνιο αίσθημα κενού δεν είναι απουσία συναισθήματος, αλλά μια πρώιμη ψυχική εμπειρία που δεν βρήκε ποτέ μορφή. Πώς γεννιέται η αίσθηση της ανυπαρξίας και πώς προσεγγίζεται θεραπευτικά.

Μοιραστείτε το

Ένα κενό που δεν είναι απουσία

Υπάρχει μια συγκεκριμένη φράση που ακούω, με μικρές παραλλαγές, από ανθρώπους που δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους: «Νιώθω ότι δεν είμαι πραγματικά εδώ.» Την λένε άνθρωποι επιτυχημένοι και άνθρωποι που παλεύουν, νέοι και μεγαλύτεροι, κάποιοι σε κατάθλιψη και κάποιοι χωρίς κανένα εμφανές σύμπτωμα. Κοινό τους σημείο δεν είναι ο πόνος. Είναι η απουσία του: μια αίσθηση ότι, κάπου βαθιά, δεν υπάρχει κανείς σπίτι.

Το χρόνιο αίσθημα κενού συχνά παρεξηγείται ως έλλειψη συναισθήματος, ως μια μορφή μουδιάσματος. Στην κλινική πραγματικότητα είναι κάτι πιο περίεργο και πιο δύσκολο να το πιάσει κανείς: δεν είναι το τίποτα. Είναι μια πολύ συγκεκριμένη, σχεδόν απτή παρουσία του τίποτα, ένα κενό που έχει σχήμα, βάρος, και συχνά μια μακρά ιστορία. Ο άνθρωπος που το βιώνει δεν λέει «δεν νιώθω τίποτα» με την έννοια της ανακούφισης. Λέει «λείπω», «δεν υπάρχω», «κάτι μέσα μου δεν γεννήθηκε ποτέ».

Αυτή η διάκριση έχει σημασία, γιατί το κενό αυτό δεν αντιμετωπίζεται όπως η θλίψη ή το άγχος. Δεν είναι κάτι που προστέθηκε και πρέπει να αφαιρεθεί. Είναι κάτι που δεν σχηματίστηκε ποτέ, και χρειάζεται να χτιστεί.

Η «νεκρή μητέρα»: μια απουσία που αφήνει κενό αντί για τραύμα

Ο Γάλλος ψυχαναλυτής André Green διατύπωσε μία από τις πιο διεισδυτικές έννοιες για την κατανόηση του κενού: αυτό που ονόμασε «σύμπλεγμα της νεκρής μητέρας» (le complexe de la mère morte, 1980). Ο όρος είναι παραπλανητικός, γιατί δεν αναφέρεται σε κυριολεκτικό θάνατο. Αναφέρεται σε μια μητέρα ζωντανή, παρούσα σωματικά, αλλά ψυχικά «νεκρή», απορροφημένη από μια δική της κατάθλιψη, ένα πένθος, μια απώλεια που την απομάκρυνε συναισθηματικά από το παιδί σε μια κρίσιμη στιγμή.

Αυτό που περιγράφει ο Green είναι λεπτό αλλά καταλυτικό. Το παιδί δεν βιώνει κακοποίηση ή βία. Βιώνει μια ξαφνική συναισθηματική αποεπένδυση. Η μητέρα που ήταν ζεστή γίνεται, από τη μια μέρα στην άλλη, απόμακρη, απούσα πίσω από ένα βλέμμα που κοιτάζει αλλού. Το παιδί, μη μπορώντας να καταλάβει τι συνέβη, ερμηνεύει αυτή την απόσυρση ως δική του αποτυχία, και κάνει κάτι τραγικό: ταυτίζεται με το κενό της μητέρας. Αντί να θρηνήσει μια απώλεια (κάτι που θα προϋπέθετε ένα αντικείμενο πάνω στο οποίο να πέσει ο θρήνος), εσωτερικεύει την ίδια την απουσία.

Ο Green ονόμασε αυτή την εμπειρία «λευκό πένθος» (deuil blanc): ένα πένθος χωρίς νεκρό, χωρίς αντικείμενο, χωρίς τελετουργία. Και ακριβώς επειδή δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο να θρηνηθεί, η απώλεια δεν επεξεργάζεται ποτέ. Παραμένει ως ένα λευκό κενό στον πυρήνα του εαυτού. Ο ενήλικας που προκύπτει μπορεί να λειτουργεί άριστα, να αγαπά, να εργάζεται, αλλά κουβαλά μέσα του μια περιοχή που παραμένει άδεια, απρόσιτη, ανείπωτη.

Το κενό ως δομικό στοιχείο: η ματιά του Kernberg

Ο Otto Kernberg πρόσθεσε μια διαφορετική, πιο δομική διάσταση. Στη μελέτη της οριακής οργάνωσης της προσωπικότητας, ο Kernberg εντόπισε το χρόνιο αίσθημα κενού όχι ως παροδικό σύμπτωμα, αλλά ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης ψυχικής οργάνωσης.

Για τον Kernberg, το κενό αυτό σχετίζεται με μια αποτυχία της «ολοκλήρωσης του εαυτού», της ικανότητας να συγκρατεί κανείς μια σταθερή, συνεκτική εικόνα του εαυτού του και των άλλων μέσα στον χρόνο. Όταν αυτή η ολοκλήρωση δεν έχει επιτευχθεί, ο άνθρωπος βιώνει τον εαυτό του κατακερματισμένα: όχι ως μια συνεχή ιστορία, αλλά ως διάσπαρτα, ασύνδετα κομμάτια. Το κενό είναι το βίωμα αυτού του κατακερματισμού: η απουσία ενός εσωτερικού πυρήνα που να δίνει την αίσθηση ότι «είμαι κάποιος, με συνέχεια, ανάμεσα στο χθες και το αύριο».

Εδώ αξίζει μια αντίθεση που ξεκαθαρίζει πολλά. Στην κλασική κατάθλιψη, όπως την περιγράφει και το άρθρο για την κατάθλιψη, υπάρχει ένα βαρύ, οδυνηρό συναίσθημα: ενοχή, θλίψη, αυτοκατηγορία. Στο χρόνιο κενό, αντίθετα, συχνά δεν υπάρχει καν αρκετό συναίσθημα για να πονέσει κανείς. Ο Heinz Kohut διέκρινε ακριβώς αυτές τις δύο καταστάσεις ως «ενοχική κατάθλιψη» και «κενή κατάθλιψη» (guilty man vs. tragic man). Η πρώτη αφορά τη σύγκρουση με ό,τι απαγορεύεται· η δεύτερη αφορά την ίδια την αποτυχία του εαυτού να συγκροτηθεί. Η κενή κατάθλιψη δεν πονάει με τον ίδιο τρόπο. Αδειάζει.

Η σύγχρονη κλινική έρευνα επιβεβαιώνει αυτή τη διάκριση με τρόπο που ξεπερνά τη θεωρία. Μια συστηματική ανασκόπηση 99 μελετών (Miller και συνεργάτες, 2020) κατέληξε ότι το χρόνιο αίσθημα κενού είναι, στον πυρήνα του, «μια αίσθηση αποσύνδεσης από τον εαυτό και από τους άλλους», και μπορεί να διαχωριστεί εμπειρικά από την απελπισία, τη μοναξιά και την κατάθλιψη, παρότι συχνά συνυπάρχουν. Ακόμα πιο εντυπωσιακό: σε μακροχρόνιες μελέτες παρακολούθησης, το κενό αναδεικνύεται ως το πιο ανθεκτικό, το πιο αργά μεταβαλλόμενο από όλα τα σχετικά συμπτώματα, σαν να είναι το βαθύτερα ριζωμένο στρώμα, αυτό που αλλάζει τελευταίο.

Τι δείχνει η νευροβιολογία

Η σύγχρονη νευροεπιστήμη προσφέρει ένα ενδιαφέρον, αν και ακόμα περιορισμένο, παράθυρο σε αυτή την εμπειρία.

Ένα δίκτυο του εγκεφάλου που ονομάζεται «δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας» (default mode network) σχετίζεται με την αυτοαναφορική επεξεργασία, με το πώς σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, ανακαλούμε την προσωπική μας ιστορία, και διατηρούμε μια συνεχή αίσθηση «εγώ». Έρευνες σε καταστάσεις χρόνιου κενού και αποπροσωποποίησης δείχνουν διαταραγμένη λειτουργία σε αυτές τις περιοχές: μια αποσύνδεση ανάμεσα στα δίκτυα που παράγουν το συναίσθημα και σε εκείνα που το αναγνωρίζουν ως δικό μας.

Ο Antonio Damasio, με την έρευνά του πάνω στην αίσθηση του εαυτού, υποστήριξε ότι η βασική αίσθηση ύπαρξης δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά χτίζεται πάνω σε μια διαρκή ροή σωματικών σημάτων, τον τρόπο που ο εγκέφαλος «χαρτογραφεί» συνεχώς την κατάσταση του σώματος. Όταν αυτή η θεμελιώδης σύνδεση σώματος και συναισθήματος διαταράσσεται πρώιμα, μπορεί να επηρεαστεί η ίδια η αίσθηση του «υπάρχω», όχι ως ιδέα, αλλά ως σωματικό βίωμα. Αυτό συνδέεται με όσα περιγράφονται στο άρθρο για το ψυχοσωματικό σύμπτωμα: το σώμα και ο ψυχισμός δεν είναι ποτέ πραγματικά χωριστά.

Χρειάζεται εδώ μια επιφύλαξη. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν συσχετίσεις, όχι απλές σχέσεις αιτίου-αιτιατού. Η νευροβιολογία μας βοηθά να καταλάβουμε ότι το κενό δεν είναι «φαντασία» (έχει πραγματικό υπόστρωμα), αλλά δεν το εξηγεί εξ ολοκλήρου.

Πώς εκδηλώνεται: το κενό πίσω από τη λειτουργικότητα

Το πιο παραπλανητικό χαρακτηριστικό του χρόνιου κενού είναι ότι σπάνια φαίνεται. Ο άνθρωπος που το κουβαλά συχνά είναι απόλυτα λειτουργικός, καμιά φορά υπερλειτουργικός. Δουλεύει, φροντίζει, ανταποκρίνεται. Από έξω, τίποτα δεν λείπει.

Εκδηλώνεται με πιο διακριτικούς τρόπους. Μια χρόνια αίσθηση ότι η ζωή συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι. Η δυσκολία να απαντήσει κανείς στην ερώτηση «τι θέλεις;», όχι από αναποφασιστικότητα, αλλά επειδή δεν υπάρχει σαφής εσωτερικός τόπος από τον οποίο να προκύψει η επιθυμία. Η ανάγκη για συνεχή εξωτερική διέγερση (δουλειά, σχέσεις, ερεθίσματα) όχι για ευχαρίστηση, αλλά για να καλυφθεί προσωρινά το κενό. Και συχνά, μια βαθιά, ανομολόγητη αίσθηση απάτης: ότι ο εαυτός που παρουσιάζει κανείς στον κόσμο είναι ένα κέλυφος, χωρίς κανέναν από μέσα.

Κάποιοι το περιγράφουν ως πλήξη που δεν φεύγει με καμία δραστηριότητα. Άλλοι ως μια αίσθηση ότι παρακολουθούν τη ζωή τους αντί να τη ζουν. Το κοινό στοιχείο είναι η αποσύνδεση από μια ζωντανή, εσωτερική πηγή νοήματος.

Μια ποιοτική μελέτη που κατέγραψε αναλυτικά πώς περιγράφουν οι ίδιοι οι άνθρωποι αυτή την εμπειρία (Miller, Townsend & Grenyer, 2021) βρήκε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: την αίσθηση «μουδιάσματος και ανυπαρξίας» (numbness and nothingness), συνδεδεμένη με ένα βαθύ αίσθημα έλλειψης σκοπού. Πολλοί από τους συμμετέχοντες περιέγραψαν ότι ένιωθαν μοναξιά ακόμα και περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους: μια μοναξιά που δεν αφορούσε την απουσία άλλων, αλλά την απουσία σύνδεσης με τους ίδιους τους τον εαυτό. Αυτό το εύρημα είναι σημαντικό γιατί δείχνει ότι το κενό δεν θεραπεύεται απλώς με περισσότερη κοινωνικότητα ή δραστηριότητα· η ρίζα του βρίσκεται στη σχέση με τον εαυτό, όχι μόνο με τους άλλους.

Γιατί η διάκριση από την κατάθλιψη είναι κρίσιμη

Συχνά το χρόνιο κενό θεωρείται εσφαλμένα κατάθλιψη, και αντιμετωπίζεται ανάλογα, μερικές φορές με περιορισμένο αποτέλεσμα. Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις.

Η κατάθλιψη, στην τυπική της μορφή, είναι παρουσία: παρουσία θλίψης, ενοχής, βάρους. Έχει ένα συναισθηματικό περιεχόμενο, όσο οδυνηρό κι αν είναι. Το χρόνιο κενό είναι, αντίθετα, απουσία: απουσία περιεχομένου, απουσία μιας αίσθησης εαυτού αρκετά στέρεης ώστε να πονέσει. Γι' αυτό και κάποιοι άνθρωποι με χρόνιο κενό λένε ότι θα προτιμούσαν να ένιωθαν θλίψη· τουλάχιστον η θλίψη θα ήταν κάτι.

Αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική λεπτομέρεια. Καθορίζει τη θεραπευτική κατεύθυνση. Στην κατάθλιψη, μεγάλο μέρος της δουλειάς αφορά την επεξεργασία ενός υπάρχοντος συναισθήματος. Στο κενό, η δουλειά είναι πιο θεμελιώδης: πρόκειται για τη σταδιακή οικοδόμηση μιας αίσθησης εαυτού που δεν σχηματίστηκε επαρκώς εξαρχής.

Η θεραπευτική προσέγγιση

Η θεραπεία του χρόνιου κενού είναι, από τη φύση της, αργή, και αυτό δεν είναι αποτυχία· είναι η ουσία της. Δεν πρόκειται για την αφαίρεση ενός συμπτώματος, αλλά για τη δημιουργία κάτι που έλειπε.

Ο θεραπευτικός χώρος λειτουργεί ως μια σταθερή, ζωντανή παρουσία, ακριβώς το αντίθετο της «νεκρής μητέρας» που περιέγραψε ο Green. Μέσα σε αυτή τη σχέση, το άτομο έχει την ευκαιρία να βιώσει κάτι που ίσως δεν βίωσε ποτέ επαρκώς: να υπάρχει στο βλέμμα ενός άλλου που είναι πραγματικά παρών, που ενδιαφέρεται, που δεν αποσύρεται. Αυτή η εμπειρία, επαναλαμβανόμενη, αρχίζει σιγά σιγά να «γεμίζει» το κενό, όχι με λόγια ή ερμηνείες, αλλά με την ίδια τη ζωντανή παρουσία της σχέσης.

Ως ψυχοθεραπεύτρια, θα έλεγα ότι εδώ η θεραπεία μοιάζει λιγότερο με επιδιόρθωση και περισσότερο με μια καθυστερημένη γέννηση. Το ζητούμενο δεν είναι να καταλάβει το άτομο γιατί νιώθει άδειο· η διανοητική κατανόηση από μόνη της αφήνει το κενό ανέγγιχτο. Το ζητούμενο είναι να βιώσει, μέσα στη θεραπευτική σχέση, ότι η παρουσία του έχει επίπτωση σε κάποιον άλλον· ότι υπάρχει, γιατί κάποιος τον βλέπει να υπάρχει.

Δεν είναι μια γρήγορη διαδικασία, και δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις. Αλλά το κενό, όσο παλιό κι αν είναι, δεν είναι μόνιμο. Ό,τι δεν σχηματίστηκε τότε, μπορεί να αρχίσει να σχηματίζεται τώρα.

Ας το πούμε πιο απλά: πώς γεννιέται το κενό

Όλη αυτή η θεωρία μπορεί να ακούγεται αφηρημένη, οπότε ας τη μεταφράσουμε σε κάτι πιο καθημερινό.

Φανταστείτε ένα μωρό. Το μωρό δεν ξέρει ακόμα ποιο είναι· δεν έχει καμία αίσθηση εαυτού. Αυτό που κάνει είναι απλό αλλά ζωτικό: κοιτάζει το πρόσωπο του γονιού. Και μέσα σε εκείνο το πρόσωπο, στα μάτια, στο χαμόγελο, στην ανταπόκριση, βλέπει τον εαυτό του για πρώτη φορά. Όταν χαμογελάει και ο γονιός χαμογελάει πίσω, το μωρό μαθαίνει: «υπάρχω, και η ύπαρξή μου προκαλεί κάτι σε κάποιον». Έτσι, σιγά σιγά, χτίζεται η αίσθηση του «είμαι κάποιος». Ο ψυχαναλυτής Winnicott το είχε πει με μια όμορφη εικόνα: το πρόσωπο της μητέρας είναι ο πρώτος καθρέφτης του παιδιού.

Τώρα φανταστείτε ότι εκείνος ο καθρέφτης, για κάποιο διάστημα, είναι θαμπός. Όχι σπασμένος· απλώς θαμπός. Ο γονιός είναι εκεί, ταΐζει, φροντίζει, αλλά το βλέμμα του κοιτάζει αλλού, απορροφημένο σε έναν δικό του πόνο, μια κατάθλιψη, ένα πένθος. Το μωρό κοιτάζει για να βρει τον εαυτό του, και δεν βρίσκει μια ζωντανή ανταπόκριση· βρίσκει ένα κενό. Δεν καταλαβαίνει γιατί. Δεν έχει λόγια, δεν έχει εξήγηση. Απλώς νιώθει ότι κάτι λείπει, και, όπως κάνουν όλα τα παιδιά, υποθέτει ότι φταίει το ίδιο.

Αυτό το παιδί μεγαλώνει. Γίνεται ένας ενήλικας που μπορεί να τα καταφέρνει μια χαρά στη ζωή: να σπουδάσει, να δουλέψει, να κάνει σχέσεις. Αλλά κουβαλά μέσα του εκείνο το αρχικό κενό: μια περιοχή όπου θα έπρεπε να υπάρχει μια στέρεη αίσθηση «εγώ», και αντ' αυτού υπάρχει ένα θαμπό σημείο. Γι' αυτό, ακόμα κι όταν όλα φαίνονται εντάξει απ' έξω, νιώθει κάπου βαθιά ότι λείπει, ότι δεν είναι πραγματικά «εκεί».

Και να γιατί η θεραπεία βοηθά, με απλά λόγια: επειδή προσφέρει έναν καινούριο καθρέφτη. Μέσα στη θεραπευτική σχέση, ο άνθρωπος βρίσκει επιτέλους ένα βλέμμα που τον κοιτάζει πραγματικά, που ανταποκρίνεται, που δεν κοιτάζει αλλού. Και σιγά σιγά, μέσα από αυτή τη νέα εμπειρία, αρχίζει να σχηματίζεται αυτό που δεν σχηματίστηκε τότε. Δεν είναι μαγικό, και δεν γίνεται γρήγορα. Αλλά είναι δυνατό, γιατί ο ανθρώπινος ψυχισμός, ακόμα και ως ενήλικας, διατηρεί την ικανότητα να χτίζει ό,τι κάποτε έμεινε ημιτελές.

Αν έπρεπε να το συμπυκνώσω σε λίγες γραμμές:

Το κενό δεν είναι έλλειψη συναισθήματος. Είναι η αίσθηση ότι λείπεις εσύ ο ίδιος, ότι κάτι μέσα σου δεν πήρε ποτέ μορφή. Δεν χτίστηκε τότε, όχι επειδή έφταιγες, αλλά επειδή έλειψε κάποιος να σε δει. Και ό,τι δεν χτίστηκε τότε, μπορεί να αρχίσει να χτίζεται τώρα, μέσα σε μια σχέση που σε βλέπει.

Συμπέρασμα

Η αίσθηση της ανυπαρξίας δεν είναι ένδειξη ότι κάτι είναι ανεπανόρθωτα σπασμένο. Είναι το ίχνος μιας πρώιμης απουσίας: μιας στιγμής που ο εαυτός χρειαζόταν ένα βλέμμα για να σχηματιστεί, και εκείνο το βλέμμα κοίταζε αλλού.

Το κενό δεν γεμίζει με εξηγήσεις ούτε με προσπάθεια. Γεμίζει, αργά, μέσα από την εμπειρία μιας σχέσης που παραμένει παρούσα, που δεν αποσύρεται, που αντέχει το κενό μαζί σου μέχρι να πάψει να είναι κενό. Όπως και στο άγχος κατάρρευσης, αυτό που κάποτε δεν βρήκε χώρο να βιωθεί, μπορεί επιτέλους να βρει έναν χώρο. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, σιγά σιγά, κάποιος αρχίζει να υπάρχει.

Θεωρητικές πηγές

Για όποιον θέλει να διαβάσει περισσότερα, οι βασικές πηγές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε αυτό το κείμενο, αλφαβητικά:

Antonio Damasio, «The Feeling of What Happens: Body and Emotion in the Making of Consciousness» (1999), για την έννοια της σωματικής βάσης της αίσθησης του εαυτού.

André Green, «La mère morte» / «Η νεκρή μητέρα» (1980), το θεμελιώδες κείμενο για το «λευκό πένθος» και τη συναισθηματική αποεπένδυση της μητέρας.

Otto Kernberg, «Borderline Conditions and Pathological Narcissism» (1975), για το χρόνιο κενό ως δομικό στοιχείο της οριακής οργάνωσης.

Heinz Kohut, «The Restoration of the Self» (1977), για τη διάκριση ανάμεσα στην ενοχική και την κενή κατάθλιψη (guilty man / tragic man).

Emma Miller και συνεργάτες, συστηματική ανασκόπηση για το αίσθημα κενού (2020) και ποιοτική μελέτη των Miller, Townsend & Grenyer για το βίωμα της «ανυπαρξίας» (2021).

Donald Winnicott, «Mirror-role of Mother and Family in Child Development» (1967), για το πρόσωπο της μητέρας ως πρώτο καθρέφτη του παιδιού.