Skip to main content
Αμφιθυμία: όταν αγαπάμε και μισούμε το ίδιο πρόσωπο

Αμφιθυμία: όταν αγαπάμε και μισούμε το ίδιο πρόσωπο

16 λεπτά ανάγνωση

Η αμφιθυμία, το να νιώθουμε αγάπη και θυμό για το ίδιο πρόσωπο, δεν είναι σημάδι ότι η σχέση απέτυχε. Η ψυχαναλυτική σκέψη τη θεωρεί δείγμα ψυχικής ωρίμανσης.

Μοιραστείτε το

Η στιγμή είναι γνώριμη σχεδόν σε όλους. Κλείνει το τηλέφωνο μετά από μια συζήτηση με τη μητέρα του, και μέσα του βράζει ένας θυμός που δεν χωράει πουθενά. Κρατάει λίγα λεπτά. Μετά έρχεται το δεύτερο κύμα, πιο ύπουλο από το πρώτο: η ενοχή. «Πώς μπορώ να νιώθω έτσι για τη μητέρα μου; Αφού την αγαπώ.» Και κάπου εκεί, αθόρυβα, εγκαθίσταται ένα συμπέρασμα που θα τον συνοδεύει για χρόνια: κάτι δεν πάει καλά με εμένα.

Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε μια σιωπηλή παραδοχή που η κουλτούρα μας σπάνια αμφισβητεί: ότι η αληθινή αγάπη είναι καθαρή. Ότι όπου υπάρχει πραγματικό δέσιμο, δεν χωράει θυμός· κι αν ο θυμός εμφανιστεί, τότε είτε η αγάπη ήταν ψεύτικη είτε εμείς είμαστε ελαττωματικοί. Η ψυχαναλυτική σκέψη, εδώ και έναν αιώνα, υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο. Η ικανότητα να νιώθουμε αγάπη και επιθετικότητα για το ίδιο πρόσωπο, χωρίς η σχέση να καταρρέει μέσα μας, κάθε άλλο παρά πρόβλημα είναι: αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της ψυχικής ζωής.

Ένας όρος με ιστορία: από τον Bleuler στον Freud

Το 1910, ο Ελβετός ψυχίατρος Eugen Bleuler χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τη λέξη «Ambivalenz» για να περιγράψει τη συνύπαρξη αντίθετων συναισθημάτων, σκέψεων ή επιθυμιών απέναντι στο ίδιο αντικείμενο. Ο Freud υιοθέτησε τον όρο σχεδόν αμέσως και του έδωσε κεντρική θέση στη θεωρία του. Στην πραγματικότητα, το φαινόμενο το είχε ήδη περιγράψει χρόνια νωρίτερα, χωρίς ακόμα να έχει το όνομά του: στην περίπτωση του μικρού Χανς, του πεντάχρονου αγοριού με τη φοβία των αλόγων, ο Freud είδε ένα παιδί που αγαπούσε τον πατέρα του και ταυτόχρονα τον ανταγωνιζόταν, και που δεν άντεχε αυτή την εσωτερική σύγκρουση.

Στο «Τοτέμ και Ταμπού» (1913) η αμφιθυμία γίνεται σχεδόν ανθρωπολογική σταθερά: ο Freud τη βλέπει στον πυρήνα των πιο αρχαίων ανθρώπινων θεσμών. Και στο «Πένθος και Μελαγχολία» (1917) της δίνει ίσως την πιο συγκινητική της διάσταση: κάθε δεσμός αγάπης κουβαλά μέσα του και τα αντίθετα ρεύματα, και αυτό γίνεται οδυνηρά φανερό όταν χάνουμε κάποιον. Το πένθος δεν είναι μόνο λύπη για την απώλεια· είναι και ο απολογισμός μιας σχέσης που, όπως όλες οι πραγματικές σχέσεις, δεν υπήρξε ποτέ μόνο φωτεινή.

Αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτό: από τη γέννησή του, ο όρος δεν περιέγραφε παθολογία. Περιέγραφε τη φυσιολογική, αναπόφευκτη πολυπλοκότητα κάθε ανθρώπινου δεσμού.

Χρειάζεται εδώ και μια διευκρίνιση, γιατί η λέξη έχει ταξιδέψει στην καθημερινή γλώσσα και έχει χάσει την ακρίβειά της. Αμφιθυμία δεν σημαίνει «ανάμεικτα συναισθήματα» με την έννοια της σύγχυσης, ούτε αναποφασιστικότητα. Σημαίνει δύο πλήρη, ταυτόχρονα ρεύματα προς το ίδιο πρόσωπο: αγαπώ αληθινά και θυμώνω αληθινά, όχι λίγο από το καθένα σε ένα χλιαρό μείγμα. Η κλινική σημασία της διάκρισης είναι μεγάλη. Ο άνθρωπος που «δεν ξέρει τι νιώθει» βρίσκεται συχνά σε άμυνα απέναντι στην αμφιθυμία του: του είναι πιο ανεκτή η ομίχλη από τη σαφήνεια δύο συναισθημάτων που μοιάζουν ασυμβίβαστα.

Klein: η σχάση και οι δύο «μητέρες»

Για ένα βρέφος λίγων εβδομάδων, ο κόσμος δεν έχει ακόμα ενιαία πρόσωπα. Έχει εμπειρίες. Υπάρχει η εμπειρία της ζεστασιάς, του γάλακτος, της αγκαλιάς που κρατάει: ένας κόσμος καλός. Υπάρχει όμως και η εμπειρία της πείνας που δεν απαντιέται, του κρύου, της απουσίας: ένας κόσμος που απειλεί. Η Melanie Klein, δουλεύοντας αναλυτικά με πολύ μικρά παιδιά, υποστήριξε ότι το βρέφος οργανώνει αρχικά αυτές τις εμπειρίες σαν να προέρχονται από δύο διαφορετικές πηγές: μια «καλή» μητέρα που το φροντίζει και μια «κακή» μητέρα που το ματαιώνει.

Αυτός ο διαχωρισμός ονομάζεται σχάση (splitting), και στη θεωρία της Klein αποτελεί τον πυρήνα της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης, του πρώτου τρόπου με τον οποίο η ψυχή οργανώνει την εμπειρία της. Η λέξη «θέση» εδώ δεν σημαίνει στάδιο που περνά και τελειώνει· σημαίνει τρόπο λειτουργίας, στον οποίο μπορούμε να επιστρέφουμε σε όλη μας τη ζωή, ιδίως υπό πίεση.

Η σχάση δεν είναι σφάλμα της φύσης. Για το βρέφος είναι αναγκαία: του επιτρέπει να προστατεύσει την εικόνα της καλής μητέρας, από την οποία εξαρτάται απόλυτα η επιβίωσή του, κρατώντας το «κακό» μακριά της. Όπως αναλύεται στο άρθρο για τη συναισθηματική σύνδεση μητέρας και βρέφους, αυτή η πρώιμη σχέση είναι το εργαστήριο όπου χτίζονται τα θεμέλια της ψυχικής ζωής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο μηχανισμός που κάποτε μας προστάτεψε συνεχίζει να κυβερνά τις ενήλικες σχέσεις μας: όταν ο σύντροφος είναι είτε ιδανικός είτε απογοήτευση, ο φίλος είτε δικός μας είτε προδότης, χωρίς τίποτα ανάμεσα.

Η καταθλιπτική θέση: το πιο παρεξηγημένο όνομα της ψυχανάλυσης

Λίγοι ψυχαναλυτικοί όροι έχουν αδικηθεί τόσο από το όνομά τους. Η «καταθλιπτική θέση» της Klein δεν περιγράφει κατάθλιψη, ούτε κάτι που πρέπει να θεραπευτεί. Περιγράφει μια κατάκτηση: τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η μητέρα που το χορταίνει και η μητέρα που το ματαιώνει είναι το ίδιο πρόσωπο.

Η ανακάλυψη αυτή έχει τίμημα, και γι' αυτό η Klein διάλεξε μια λέξη με βάρος. Αν η μητέρα είναι μία, τότε ο θυμός που ένιωσα για την «κακή» μητέρα χτύπησε την ίδια που αγαπώ. Εδώ γεννιέται ένα εντελώς νέο συναίσθημα, άγνωστο στην προηγούμενη φάση: η ενοχή για τη βλάβη που φοβάμαι ότι προκάλεσα σε αυτό που αγαπώ. Και μαζί της γεννιέται κάτι εξίσου σημαντικό, η επιθυμία επανόρθωσης: να φτιάξω, να επανασυνδεθώ, να φροντίσω.

Υπάρχει και ένα πένθος κρυμμένο σε αυτή τη μετάβαση. Το παιδί αποχαιρετά την ιδανική μητέρα, εκείνη που θα ήταν μόνο καλή, πάντα διαθέσιμη, χωρίς δικές της ανάγκες. Στη θέση της κερδίζει μια ολόκληρη, πραγματική μητέρα: λιγότερο τέλεια, απείρως πιο αληθινή. Η ψυχική ωρίμανση, στην κλινική σκέψη, δεν είναι η απαλλαγή από τα «αρνητικά» συναισθήματα. Είναι η ικανότητα να τα κρατάμε μαζί με την αγάπη, για το ίδιο πρόσωπο, χωρίς ο δεσμός να θρυμματίζεται.

Η επανόρθωση, μάλιστα, δεν αφορά μόνο την παιδική ηλικία· είναι ίσως η πιο καθημερινή ενήλικη εκδήλωση της καταθλιπτικής θέσης. Κάθε ειλικρινής συγγνώμη μετά από έναν καβγά, κάθε «δεν το εννοούσα έτσι, έλα να τα ξαναπούμε», κάθε προσπάθεια επισκευής μιας σχέσης που πληγώσαμε, πατάει πάνω στην ίδια ψυχική ικανότητα: να αντέξω ότι έβλαψα κάποιον που αγαπώ, χωρίς να καταρρεύσω από ενοχή και χωρίς να το αρνηθώ. Τα ζευγάρια που αντέχουν στον χρόνο δεν είναι όσα δεν συγκρούονται· είναι όσα έμαθαν να επανορθώνουν.

Winnicott: το μίσος μέσα στη μητρική αγάπη

Το 1949, ο Donald Winnicott δημοσίευσε ένα κείμενο που ακόμα και σήμερα ξαφνιάζει με την ευθύτητά του. Στο «Hate in the Countertransference» γράφει κάτι που ελάχιστοι τολμούσαν να πουν δημόσια: η μητέρα μισεί το βρέφος της πριν το βρέφος μπορέσει να μισήσει εκείνη. Παραθέτει μάλιστα, με σχεδόν προκλητική ηρεμία, έναν κατάλογο δεκαοκτώ λόγων για τους οποίους αυτό συμβαίνει. Το μωρό είναι απαιτητικό χωρίς να δίνει τίποτα πίσω. Διακόπτει τη ζωή της, τον ύπνο της, το σώμα της. Της φέρεται σαν να είναι υπηρέτρια χωρίς μισθό. Την πληγώνει, κυριολεκτικά, την ώρα του θηλασμού.

Ο Winnicott δεν έγραψε αυτά για να κατηγορήσει τις μητέρες. Έγραψε για να τις ελευθερώσει. Το επιχείρημά του είναι βαθιά ανατρεπτικό: μια μητέρα που μπορεί να αναγνωρίσει το μίσος της χωρίς να δράσει πάνω του, που το αντέχει μέσα της ενώ συνεχίζει να φροντίζει, προσφέρει στο παιδί της κάτι πολύτιμο. Του δείχνει, πριν από κάθε λέξη, ότι η αγάπη δεν καταστρέφεται από τα δύσκολα συναισθήματα. Σημείωνε μάλιστα, με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, ότι η λαϊκή σοφία το γνώριζε πάντα: ακόμα και τα νανουρίσματα κρύβουν μέσα τους εικόνες πτώσης και καταστροφής, δίνοντας στο συναίσθημα μια ασφαλή, τραγουδιστή διέξοδο.

Για κάθε γονιό που έχει νιώσει ενοχή επειδή θύμωσε με το παιδί του, επειδή για μια στιγμή θέλησε να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού, το κείμενο του 1949 προσφέρει μια διαφορετική ανάγνωση: το συναίσθημα αυτό δεν σε κάνει κακό γονιό. Η άρνησή του, αντίθετα, μπορεί να γίνει επικίνδυνη, γιατί ό,τι δεν αναγνωρίζεται δεν μπορεί και να ρυθμιστεί.

Πώς μάθαμε ότι ο θυμός «σβήνει» την αγάπη

Αν η αμφιθυμία είναι τόσο φυσιολογική, γιατί μας τρομάζει τόσο; Η απάντηση βρίσκεται συνήθως στην ιστορία του καθενός. Κανένα παιδί δεν γεννιέται πιστεύοντας ότι ο θυμός ακυρώνει την αγάπη. Το μαθαίνει.

Το μαθαίνει όταν ο θυμός του συναντά την απόσυρση: μια μητέρα που «παγώνει» και αποτραβιέται για ώρες μετά από κάθε παιδικό ξέσπασμα. Όταν συναντά την τιμωρία που δεν αφορά την πράξη αλλά το ίδιο το συναίσθημα: «Δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς εμένα έτσι». Όταν συναντά τη ματαίωση με ενοχή: «Εγώ θυσιάζομαι για σένα κι εσύ μου φωνάζεις». Σε όλες αυτές τις εκδοχές, το μήνυμα που φτάνει στο παιδί είναι το ίδιο: η αγάπη είναι υπό όρους, και ο θυμός σου την απειλεί.

Ένα παιδί δεν μπορεί να διακινδυνεύσει τον δεσμό από τον οποίο εξαρτάται. Έτσι κάνει το μόνο που μπορεί: κόβει τον εαυτό του στα δύο. Από τη μια, ο αποδεκτός εαυτός, αυτός που χαμογελά, συμφωνεί, δεν δυσκολεύει κανέναν. Από την άλλη, ο κρυφός εαυτός, όπου στοιβάζονται ο θυμός, η ζήλια, η διαφωνία, όλα όσα αποδείχθηκαν επικίνδυνα για τη σχέση. Η διχοτόμηση αυτή έχει μακροπρόθεσμο κόστος: ο ενήλικας που προκύπτει δυσκολεύεται να διεκδικήσει, να πει όχι, να αντέξει τη σύγκρουση χωρίς πανικό. Το άρθρο για τα όρια και τη διαφοροποίηση εξετάζει αναλυτικά αυτή τη δυσκολία: το να είσαι κοντά χωρίς να χάνεσαι προϋποθέτει ακριβώς την ικανότητα που εδώ τραυματίστηκε.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος δρόμος προς το ίδιο συμπέρασμα, φαινομενικά αντίθετος. Σε κάποια σπίτια ο θυμός δεν τιμωρούνταν· κυριαρχούσε. Φωνές που γκρέμιζαν τοίχους, εκρήξεις που τρόμαζαν, ένας γονιός του οποίου η οργή έμοιαζε ικανή να καταστρέψει τα πάντα. Το παιδί που μεγαλώνει έτσι δεν μαθαίνει ότι ο θυμός απαγορεύεται· μαθαίνει ότι ο θυμός καταστρέφει. Το δικό του συμπέρασμα είναι πιο σιωπηλό αλλά εξίσου δεσμευτικό: εγώ δεν θα γίνω ποτέ έτσι. Στην ενήλικη ζωή του, ο δικός του θυμός τού προκαλεί σχεδόν τρόμο, γιατί μέσα του κουβαλά την εικόνα του τι μπορεί να κάνει ο θυμός όταν αφεθεί. Δύο εντελώς διαφορετικές παιδικές ηλικίες, ίδια ενήλικη πεποίθηση: το συναίσθημα αυτό δεν χωράει στην αγάπη.

Η ψυχαναλυτική έννοια που περιγράφει το αντίθετο, την υγιή έκβαση, είναι η σταθερότητα του αντικειμένου: η εσωτερική βεβαιότητα ότι ο άλλος παραμένει ολόκληρος και δικός μας ακόμα και όταν μας απογοητεύει, ακόμα και όταν του θυμώνουμε. Όσοι δεν πρόλαβαν να τη χτίσουν ζουν κάθε σύγκρουση ως ολική απώλεια: μια διαφωνία με τον σύντροφο δεν είναι διαφωνία, είναι το τέλος· μια κριτική από φίλο δεν είναι κριτική, είναι προδοσία.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο

Η νευροεπιστήμη των τελευταίων δεκαετιών προσφέρει ένα ενδιαφέρον, αν και ατελές, βιολογικό ανάλογο αυτής της ψυχικής εργασίας. Η εμπειρία έντονων συναισθημάτων, όπως ο θυμός, ενεργοποιεί κατά κύριο λόγο υποφλοιώδεις δομές, με κεντρική την αμυγδαλή: γρήγορες, αυτόματες, δυαδικές αποκρίσεις, φτιαγμένες για επιβίωση και όχι για λεπτές διακρίσεις. Η ικανότητα να κρατήσουμε ταυτόχρονα δύο αντιφατικές αναπαραστάσεις («θύμωσα μαζί του» και «τον αγαπώ») φαίνεται να στηρίζεται σε πιο εξελιγμένα δίκτυα, με σημαντικό ρόλο του προμετωπιαίου φλοιού και του πρόσθιου προσαγωγίου, περιοχών που εμπλέκονται στη ρύθμιση του συναισθήματος και στην επεξεργασία της σύγκρουσης.

Έρευνες πάνω στη γνωστική και συναισθηματική αμφιθυμία δείχνουν ότι η διατήρηση αντιφατικών στάσεων είναι νοητικά «ακριβή»: απαιτεί περισσότερους πόρους, περισσότερο χρόνο, μεγαλύτερη ανοχή στη δυσφορία. Αυτό συμφωνεί με την κλινική παρατήρηση ότι, υπό έντονο στρες ή εξάντληση, ακόμα και ψυχικά ώριμοι άνθρωποι «γλιστρούν» σε ασπρόμαυρη σκέψη. Η σχάση, με νευροβιολογικούς όρους, είναι ο φθηνότερος τρόπος επεξεργασίας· η ενσωμάτωση είναι ο ακριβότερος και ο πιο εύθραυστος.

Οφείλω ωστόσο μια επιφύλαξη. Οι ψυχαναλυτικές έννοιες και τα νευροεπιστημονικά ευρήματα δεν αντιστοιχίζονται ένα προς ένα· η «καταθλιπτική θέση» δεν εντοπίζεται σε κάποιο συγκεκριμένο κύκλωμα, και κανένα fMRI δεν μπορεί να δείξει την επανόρθωση. Αυτό που μπορούμε να πούμε με ασφάλεια είναι πιο μετριοπαθές αλλά όχι ασήμαντο: η εικόνα που σκιαγραφεί η νευροεπιστήμη, ενός εγκεφάλου που μαθαίνει σταδιακά και με κόπο να ενσωματώνει αντιφατικά σήματα, συμβαδίζει με την εικόνα που σκιαγράφησε η ψυχανάλυση δεκαετίες νωρίτερα με εντελώς άλλα εργαλεία.

Πού τη συναντάμε: οι εκδηλώσεις της ανεπεξέργαστης αμφιθυμίας

Στο θεραπευτικό δωμάτιο, η δυσκολία με την αμφιθυμία σπάνια εμφανίζεται με το όνομά της. Εμφανίζεται μεταμφιεσμένη, και οι μεταμφιέσεις της είναι αναγνωρίσιμες.

Στις ερωτικές σχέσεις παίρνει συχνά τη μορφή του κύκλου ιδανικοποίησης και απαξίωσης. Ο νέος σύντροφος είναι όλα όσα έλειπαν: μοναδικός, τέλειος, «επιτέλους». Ώσπου η πρώτη σοβαρή ματαίωση, αναπόφευκτη σε κάθε πραγματική σχέση, γκρεμίζει ολόκληρη την εικόνα: ο ίδιος άνθρωπος γίνεται ξένος, λάθος, «ποτέ δεν ήταν αυτός που νόμιζα». Ο Otto Kernberg περιέγραψε αυτόν τον κύκλο ως κεντρικό χαρακτηριστικό της οριακής οργάνωσης προσωπικότητας, αλλά σε ηπιότερες εκδοχές τον συναντάμε σχεδόν παντού. Συχνά συνυπάρχει με έντονο φόβο εγκατάλειψης, ο οποίος, όπως εξετάζεται στο άρθρο για την εξάρτηση στις σχέσεις, έχει τις δικές του ρίζες στην ιστορία του δεσμού.

Στο πένθος, η αμφιθυμία γίνεται ίσως η πιο βουβή πηγή πόνου. Λίγα πράγματα ντρέπεται κανείς να ομολογήσει περισσότερο από τον θυμό προς τον άνθρωπο που πέθανε: θυμό που έφυγε, που δεν πρόσεξε την υγεία του, που άφησε πίσω του εκκρεμότητες, που υπήρξε και σκληρός, όχι μόνο αγαπημένος. Ο Freud είχε δει ήδη από το 1917 ότι το πένθος δυσκολεύει και βαθαίνει όταν η σχέση με τον χαμένο ήταν έντονα αμφιθυμική· τα στάδια του πένθους σπάνια εξελίσσονται γραμμικά, και ο ανομολόγητος θυμός είναι ένας από τους συχνότερους λόγους που η διαδικασία «κολλάει». Το πένθος που επιτρέπει και τον θυμό είναι, παραδόξως, πένθος που μπορεί να ολοκληρωθεί.

Στη γονεϊκότητα, η ανεπεξέργαστη αμφιθυμία γίνεται ενοχή που δεν λέγεται σε κανέναν: «θύμωσα τόσο πολύ με το παιδί μου που τρόμαξα με τον εαυτό μου». Απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, τέλος, παίρνει τη μορφή μιας εσωτερικής ασπρόμαυρης δίκης: είτε είμαι άξιος είτε άχρηστος, ανάλογα με τη μέρα. Ο άνθρωπος που το πρωί της επιτυχίας νιώθει παντοδύναμος και το βράδυ ενός λάθους νιώθει ολοκληρωτικά αποτυχημένος δεν έχει δύο εαυτούς· έχει έναν εαυτό που δεν έμαθε ακόμα να χωρά ταυτόχρονα αυτό που πέτυχε και αυτό που απέτυχε. Η αυτοεκτίμηση που αντέχει στον χρόνο δεν χτίζεται πάνω στην τελειότητα· χτίζεται πάνω στην ίδια ικανότητα ενσωμάτωσης που περιγράφει όλο αυτό το κείμενο, στραμμένη προς τα μέσα.

Η θεραπευτική προσέγγιση: ένας χώρος που χωράει και τα δύο

Ως ψυχοθεραπεύτρια, μαθαίνω να προσέχω μια συγκεκριμένη στιγμή στη θεραπεία: τη στιγμή που ο άνθρωπος απέναντί μου θα θυμώσει μαζί μου. Μπορεί να έρθει ως παράπονο για κάτι που είπα, ως απογοήτευση για κάτι που δεν κατάλαβα, ως ειρωνεία, ως αργοπορία, ως σκέψη διακοπής. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η στιγμή αυτή είναι συχνά από τις πιο πολύτιμες όλης της διαδρομής.

Υπάρχει άλλωστε και μια αμφιθυμία που εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε θεραπεία, πριν καν φτάσουμε στα πρόσωπα: η αμφιθυμία απέναντι στην ίδια την αλλαγή. Ο ίδιος άνθρωπος που πληρώνει, έρχεται, δουλεύει και θέλει ειλικρινά να αλλάξει, είναι και ο άνθρωπος που ξεχνά ραντεβού, αλλάζει θέμα όταν πλησιάζουμε κάπου, και υπερασπίζεται με πάθος τα ίδια μοτίβα που τον πληγώνουν. Δεν πρόκειται για υποκρισία ούτε για έλλειψη θέλησης. Τα παλιά μοτίβα, όσο κι αν κοστίζουν, κάποτε υπήρξαν λύσεις· και ένα κομμάτι μας τα αποχωρίζεται με το ίδιο δισταγμό που αποχωριζόμαστε οτιδήποτε μας κράτησε ζωντανούς. Η θεραπεία που το αναγνωρίζει αυτό δεν βιάζεται να «νικήσει» την αντίσταση· τη σέβεται ως τη μισή αλήθεια που είναι.

Γιατί εκεί κρίνεται, ζωντανά και όχι θεωρητικά, το κεντρικό ερώτημα της αμφιθυμίας: αντέχει μια σχέση τον θυμό μου; Ο Winnicott, σε ένα από τα τελευταία σημαντικά κείμενά του (1969), περιέγραψε ακριβώς αυτό: το αντικείμενο, ο άλλος, αποκτά πραγματική υπόσταση μόνο όταν επιβιώσει από την «καταστροφή» μας. Όταν ο θεραπευτής δεχτεί τον θυμό χωρίς να καταρρεύσει, χωρίς να αντεπιτεθεί και χωρίς να αποσυρθεί, ο θεραπευόμενος ζει κάτι που ίσως δεν έζησε ποτέ: μια σχέση που δεν χρειάζεται να προστατεύεται από τα αληθινά του συναισθήματα.

Η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία δεν στοχεύει να «καθαρίσει» τα συναισθήματα, να αφαιρέσει τον θυμό και να αφήσει μόνο την αγάπη. Στοχεύει σε μια πιο ταπεινή και πιο ρεαλιστική αλλαγή: να μεγαλώσει ο εσωτερικός χώρος, ώστε να χωρούν και τα δύο. Στην πράξη, αυτό σημαίνει δουλειά με τις μεταβιβαστικές αντιδράσεις, με την ιστορία που έμαθε στον καθένα ότι ο θυμός είναι επικίνδυνος, και με τη σταδιακή, συχνά αργή, οικοδόμηση της σταθερότητας του αντικειμένου που δεν πρόλαβε να χτιστεί νωρίτερα. Η σχέση με τον θεραπευτή γίνεται το εργαστήριο· η υπόλοιπη ζωή, το πεδίο εφαρμογής.

Πιο απλά

Το να θυμώνουμε με ανθρώπους που αγαπάμε δεν σημαίνει ότι η αγάπη μας είναι ψεύτικη ή ότι εμείς είμαστε ελαττωματικοί. Σημαίνει ότι η σχέση είναι αληθινή. Η ψυχανάλυση ονομάζει «αμφιθυμία» αυτή τη συνύπαρξη αντίθετων συναισθημάτων για το ίδιο πρόσωπο, και τη θεωρεί όχι πρόβλημα αλλά ένδειξη ώριμης ψυχικής λειτουργίας.

Μικροί, χωρίζαμε τον κόσμο σε καλό και κακό γιατί δεν αντέχαμε ακόμα την πολυπλοκότητα. Μεγαλώνοντας, καλούμαστε να ανακαλύψουμε ότι ο άνθρωπος που μας χαροποιεί και ο άνθρωπος που μας πληγώνει είναι συχνά ο ίδιος, και ότι μπορούμε να τον κρατήσουμε ολόκληρο. Όσοι έμαθαν παιδιά ότι ο θυμός τιμωρείται με απόσυρση της αγάπης, δυσκολεύονται σε αυτό περισσότερο· και η ψυχοθεραπεία είναι ένας από τους χώρους όπου αυτή η ικανότητα μπορεί να χτιστεί ξανά, μέσα σε μια σχέση που αποδεικνύει έμπρακτα ότι αντέχει.

Αντί επιλόγου

Ίσως το πιο παρήγορο συμπέρασμα αυτής της διαδρομής είναι το εξής: η ενοχή που νιώθουμε όταν θυμώνουμε με όσους αγαπάμε μαρτυρά, με τον δικό της στρεβλό τρόπο, πόσο πολύτιμος είναι για εμάς ο δεσμός. Δεν θυμώνουμε έτσι με αδιάφορους ανθρώπους. Η δουλειά δεν είναι να σβήσουμε τον θυμό, ούτε να ενοχοποιήσουμε την αγάπη που τον συνοδεύει· είναι να τους μάθουμε να κατοικούν στο ίδιο σπίτι.

Όποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτές τις γραμμές, στους κύκλους της ιδανικοποίησης, στη σιωπηλή ενοχή του πένθους, στον φόβο ότι μια σύγκρουση θα καταστρέψει τα πάντα, ας κρατήσει τούτο: η ικανότητα να αγαπάμε ολόκληρους ανθρώπους, με όλα όσα μας δίνουν και όλα όσα μας στερούν, δεν είναι χάρισμα λίγων αλλά ικανότητα που χτίζεται, σε κάθε ηλικία, μέσα σε σχέσεις που αντέχουν. Αυτό, από όλα τα ευρήματα της ψυχαναλυτικής σκέψης, είναι ίσως το πιο αισιόδοξο.

Θεωρητικές πηγές

Για όποιον θέλει να διαβάσει περισσότερο, οι βασικές πηγές στις οποίες στηρίχθηκε το κείμενο, αλφαβητικά:

Eugen Bleuler, ο οποίος εισήγαγε τον όρο «αμφιθυμία» (Ambivalenz) το 1910, αρχικά στο πλαίσιο της μελέτης του για τις ψυχώσεις.

Sigmund Freud, «Τοτέμ και Ταμπού» (1913) και «Πένθος και Μελαγχολία» (1917), όπου η αμφιθυμία αναδεικνύεται σε θεμελιώδη διάσταση κάθε δεσμού και του πένθους.

Otto Kernberg, για την περιγραφή της σχάσης και του κύκλου ιδανικοποίησης-απαξίωσης στην οριακή οργάνωση προσωπικότητας.

Melanie Klein, «A Contribution to the Psychogenesis of Manic-Depressive States» (1935) και «Notes on Some Schizoid Mechanisms» (1946), τα θεμελιώδη κείμενα για τη σχάση, την παρανοειδή-σχιζοειδή και την καταθλιπτική θέση.

Margaret Mahler, για την έννοια της σταθερότητας του αντικειμένου στην πορεία του αποχωρισμού-εξατομίκευσης.

Donald Winnicott, «Hate in the Countertransference» (1949) και «The Use of an Object» (1969), για το μίσος μέσα στη φροντίδα και την επιβίωση του αντικειμένου.

Σύγχρονη νευροεπιστημονική έρευνα για τη ρύθμιση του συναισθήματος και την επεξεργασία της σύγκρουσης, με έμφαση στον ρόλο του προμετωπιαίου φλοιού και του πρόσθιου προσαγωγίου.