Skip to main content
Τελειομανία: όταν κάθε λάθος μοιάζει να σε αποκαλύπτει

Τελειομανία: όταν κάθε λάθος μοιάζει να σε αποκαλύπτει

15 λεπτά ανάγνωση

Τελειομανία: γιατί κάθε λάθος βιώνεται σαν να αποκαλύπτει έναν ελαττωματικό εαυτό, και τι σχέση έχει αυτό με τη ντροπή. Τι δείχνει η έρευνα για τους ψηλούς στόχους, το βλέμμα των άλλων και την ψυχοδυναμική θεραπεία.

Μοιραστείτε το

Σε ένα σημείο, το κείμενο αναφέρεται με προσοχή στη σχέση της τελειομανίας με τις αυτοκτονικές σκέψεις.

Στις συνεντεύξεις για δουλειά υπάρχει μια ερώτηση που όλοι έχουν προετοιμάσει: ποιο είναι το μεγαλύτερο ελάττωμά σας; Και μια απάντηση που ακούγεται ξανά και ξανά: «είμαι λίγο τελειομανής». Είναι η μόνη αδυναμία που ομολογείται σαν προσόν, σχεδόν με χαμόγελο, γιατί όλοι υποθέτουμε ότι πίσω της βρίσκεται ένας άνθρωπος που δουλεύει καλύτερα από τους άλλους.

Η έρευνα δεν επιβεβαιώνει αυτή την υπόθεση. Όταν ερευνητές συγκέντρωσαν σχεδόν εκατό μελέτες τεσσάρων δεκαετιών για την τελειομανία στον χώρο εργασίας, βρήκαν περισσότερο κίνητρο και περισσότερες ώρες δουλειάς, χωρίς σταθερά καλύτερη απόδοση. Βρήκαν, αντίθετα, σταθερή σύνδεση με εξουθένωση, άγχος και κατάθλιψη.

Όσοι τη ζουν από μέσα σπάνια την περιγράφουν σαν αρετή. Την περιγράφουν σαν μια εξέταση που δεν τελειώνει ποτέ: το μήνυμα που ξαναδιαβάζεται πέντε φορές πριν σταλεί, η παρουσίαση που πήγε καλά και από την οποία μένει στη μνήμη μόνο το δευτερόλεπτο του δισταγμού, η βεβαιότητα ότι ένα μικρό λάθος θα αρκούσε για να φανεί ποιος πραγματικά είσαι. Στην κλινική πράξη σπάνια έρχεται κάποιος επειδή είναι τελειομανής. Έρχεται για την εξάντληση, για τον ύπνο που χάθηκε, για μια σχέση που κρύωσε χωρίς να ξέρει γιατί. Η τελειομανία φαίνεται αργότερα, στον τρόπο που μιλά για τα λάθη του.

Η τελειομανία είναι η ανάγκη να μη φανεί ποτέ κανένα λάθος, επειδή κάθε λάθος βιώνεται σαν απόδειξη ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ελλιπής. Οι υψηλοί στόχοι από μόνοι τους σπάνια βλάπτουν. Η έρευνα δείχνει ότι το βάρος πέφτει στη ντροπή που έρχεται όταν κάποιος βρεθεί κάτω από τον πήχη, και στη μοναξιά που φέρνει η προσπάθεια να την κρύψει.

Είναι πρόβλημα ο ψηλός πήχης;

Η πιο συνηθισμένη συμβουλή προς έναν τελειομανή είναι να χαμηλώσει τους στόχους του. Ακούγεται λογική και πέφτει σχεδόν πάντα στο κενό, γιατί ξεκινά από μια λάθος υπόθεση για το πού βρίσκεται το πρόβλημα.

Οι Paul Hewitt και Gordon Flett, που μελετούν την τελειομανία από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, έδειξαν ότι πρόκειται για περισσότερες από μία εμπειρίες. Υπάρχει ο άνθρωπος που απαιτεί το τέλειο από τον εαυτό του και δεν συγχωρεί στον εαυτό του ό,τι θα συγχωρούσε αμέσως σε έναν φίλο. Υπάρχει εκείνος που νιώθει ότι οι άλλοι περιμένουν από αυτόν το τέλειο, ότι η αποδοχή τους κρέμεται από μια κλωστή που κόβεται με το πρώτο σφάλμα· οι ερευνητές την ονομάζουν κοινωνικά επιβαλλόμενη τελειομανία. Και υπάρχει εκείνος που στρέφει την απαίτηση προς τα έξω, στον σύντροφο, στους συνεργάτες, στα παιδιά. Συχνά οι τρεις μορφές συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, σε διαφορετικές αναλογίες.

Η μεταγενέστερη έρευνα πρόσθεσε μια διάκριση που αλλάζει την εικόνα. Άλλο είναι να βάζεις ψηλούς στόχους, και άλλο να ζεις με τον φόβο του λάθους, με την αμφιβολία για κάθε σου κίνηση, με την αίσθηση ότι κάθε απόκλιση θα κριθεί αυστηρά. Συχνά τα δύο πάνε μαζί, όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Ο Joachim Stoeber και οι συνεργάτες του σύγκριναν φοιτητές με ψηλούς στόχους και μικρή ανησυχία για τις ατέλειες με φοιτητές που είχαν εξίσου ψηλούς στόχους και μεγάλη ανησυχία. Οι πρώτοι, μετά από μια επιτυχία, ένιωθαν περηφάνια. Μετά από μια αποτυχία μπορεί να ένιωθαν ενοχή, όμως όχι ντροπή. Η διαφορά είναι ουσιαστική: η ενοχή αφορά μια πράξη («έκανα λάθος»), ενώ η ντροπή αφορά ολόκληρο τον εαυτό («είμαι λάθος»). Πρόσφατη ελληνική μελέτη με 966 φοιτητές έδειξε το ίδιο μοτίβο από άλλη πλευρά: οι ψηλοί στόχοι προέβλεπαν καλύτερη ακαδημαϊκή επίδοση, ενώ η βιωμένη απόσταση ανάμεσα σε αυτό που κάποιος πετυχαίνει και σε αυτό που «θα έπρεπε» προέβλεπε χειρότερη.

Ο πήχης λοιπόν σπάνια είναι ο ένοχος. Βαραίνει το τι σημαίνει για κάποιον να βρεθεί κάτω από αυτόν. Για τον έναν, ένας χαμηλός βαθμός είναι μια κακή μέρα. Για τον άλλο, είναι αποκάλυψη.

Η τυραννία του «πρέπει»

Το 1950 η ψυχαναλύτρια Karen Horney περιέγραψε έναν μηχανισμό που σήμερα διαβάζεται σαν ακριβές πορτρέτο της τελειομανίας. Όταν ένα παιδί δεν βρίσκει αρκετό χώρο για να γίνει αυτό που είναι, κατασκευάζει μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του: πάντα ικανός, πάντα ψύχραιμος, πάντα σωστός. Η εικόνα αυτή προστατεύει από το άγχος, έχει όμως τίμημα. Γεννά μια σειρά από εσωτερικές εντολές, τα «πρέπει», που η Horney τα ονόμασε τυραννία, επειδή λειτουργούν με πλήρη αδιαφορία για το τι μπορεί πραγματικά να νιώσει ή να κάνει ο άνθρωπος εκείνη τη στιγμή. Πρέπει να τα καταφέρνω χωρίς βοήθεια. Πρέπει να μην κουράζομαι. Πρέπει να ξέρω την απάντηση πριν τελειώσει η ερώτηση. Κάθε φορά που ο πραγματικός εαυτός υστερεί, και υστερεί αναπόφευκτα, ο εξιδανικευμένος τον καταδικάζει.

Ο Sidney Blatt, ψυχαναλυτής και ερευνητής στο Yale, έδωσε σε αυτή την εικόνα κλινικό βάθος. Διέκρινε δύο μεγάλες οδούς προς την κατάθλιψη: μία που περνά από την ανάγκη για σχέση και τον φόβο της εγκατάλειψης, και μία που περνά από την αυτοαξία και την αυτοκριτική. Η τελειομανία ανήκει στη δεύτερη. Ο αυτοκριτικός άνθρωπος δεν φοβάται τόσο να μείνει μόνος όσο να αποτύχει, και η αποτυχία για εκείνον δεν αφορά μια πράξη. Αφορά την αξία του ως ανθρώπου.

Από πού έρχεται αυτός ο εσωτερικός κριτής; Η πρόχειρη απάντηση λέει «από αυστηρούς γονείς», και μερικές φορές είναι σωστή. Συχνότερα όμως πρόκειται για κάτι πιο λεπτό: ένα βλέμμα που ψύχραινε για λίγο όταν το παιδί έκανε λάθος. Καμία τιμωρία, καμία απόρριψη, μόνο μια στιγμιαία απόσυρση της ζεστασιάς που το παιδί έμαθε να προλαβαίνει. Ο πήχης γίνεται έτσι προληπτικός φράχτης: αν τίποτα δεν είναι λάθος, τίποτα δεν μπορεί να φανεί. Εδώ βρίσκεται και η διαφορά από το σύνδρομο του απατεώνα, με το οποίο η τελειομανία μοιράζεται πολλά. Στο σύνδρομο του απατεώνα η επιτυχία δεν πείθει όταν έρθει. Στην τελειομανία ο πήχης δουλεύει πριν από οτιδήποτε, ως άμυνα.

Τα ελληνικά δεδομένα προσθέτουν μια λεπτομέρεια που αξίζει προσοχή. Σε μελέτη με 855 φοιτητές στην Αθήνα, το είδος της τελειομανίας κάθε φοιτητή έμοιαζε με το είδος της τελειομανίας που περιέγραφε στην οικογένειά του. Το αυταρχικό γονικό στυλ συνδεόταν με τη δυσλειτουργική μορφή στους άνδρες, όπως θα περίμενε κανείς. Στις γυναίκες όμως τη δυσλειτουργική μορφή τη συνόδευε και το πολύ ελαστικό γονικό στυλ, εκείνο με τα λίγα όρια. Μια πιθανή ανάγνωση, που η μελέτη από μόνη της δεν μπορεί να επιβεβαιώσει: όταν απουσιάζει ένα σταθερό πλαίσιο, το παιδί καμιά φορά χτίζει μόνο του έναν κριτή πολύ πιο αυστηρό από οποιονδήποτε γονιό.

Γιατί ο τελειομανής αναβάλλει;

Μια διπλωματική εργασία ολοκληρωμένη κατά ενενήντα τοις εκατό εδώ και δύο χρόνια. Ένα βιογραφικό που δεν στέλνεται γιατί «θέλει ακόμα λίγη δουλειά». Ένα σπίτι όπου η επισκευή δεν ξεκινά ποτέ, επειδή πρώτα πρέπει να βρεθεί ο απολύτως σωστός τεχνίτης. Πολλοί άνθρωποι που ζουν έτσι απορρίπτουν τη λέξη τελειομανία για τον εαυτό τους: πώς να είμαι τελειομανής, λένε, αφού αφήνω τα πάντα στη μέση;

Η έρευνα τους δίνει μια απάντηση που ίσως δεν περιμένουν. Μετα-ανάλυση 43 μελετών με περίπου 10.000 συμμετέχοντες βρήκε ότι η ανησυχία για τα λάθη και για την κρίση των άλλων συνδέεται με περισσότερη αναβλητικότητα, ενώ οι ψηλοί στόχοι από μόνοι τους συνδέονται με λιγότερη. Η αναβολή, από αυτή τη σκοπιά, έχει μια σκληρή λογική. Ένα έργο που δεν ξεκίνησε δεν μπορεί να κριθεί. Ένα κείμενο που δεν παραδόθηκε δεν μπορεί να αποδειχθεί μέτριο. Όσο μένει ανοιχτό, κρατά ζωντανή την υπόσχεση ότι, αν κάποτε γίνει, θα γίνει τέλεια.

Όταν το έργο τελικά παραδίδεται, η ανακούφιση κρατά λίγο. Ο τελειομανής θυμάται τις δύο παρατηρήσεις και ξεχνά τα δέκα επαινετικά σχόλια, ξαναγράφει ό,τι έχει ήδη εγκριθεί, ελέγχει την πόρτα που ξέρει ότι κλείδωσε. Η επιτυχία σπάνια καταγράφεται ως κέρδος. Καταγράφεται ως ένας ακόμα κίνδυνος που αποφεύχθηκε, και ο επόμενος ήδη περιμένει. Αυτή η διαρκής επαγρύπνηση εξηγεί γιατί ο δρόμος από την τελειομανία προς την εξουθένωση είναι τόσο συχνός.

Στον εγκέφαλο, η στιγμή του λάθους αφήνει μετρήσιμο ίχνος. Περίπου ένα δέκατο του δευτερολέπτου μετά από ένα σφάλμα, ο πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου, μια περιοχή που συμμετέχει στην παρακολούθηση των πράξεών μας, παράγει ένα χαρακτηριστικό ηλεκτρικό σήμα. Σε ορισμένες μελέτες αυτό το «σήμα λάθους» βρέθηκε μεγαλύτερο σε ανθρώπους με έντονη τελειομανία, καθώς και σε νεαρούς ενήλικες που μεγάλωσαν με ελεγκτικούς γονείς. Η εικόνα είναι ελκυστική, ένας εγκέφαλος που «ακούει» τα λάθη πιο δυνατά, όμως τα δεδομένα δεν είναι ενιαία. Άλλες έρευνες δεν βρίσκουν σχέση ανάμεσα στο σήμα και στην τελειομανική ανησυχία για τα λάθη, και το συνδέουν περισσότερο με το άγχος και την ανησυχία γενικά. Δεν ξέρουμε ακόμα αν το σήμα είναι αιτία, συνέπεια ή απλώς συνοδός της εμπειρίας.

Μια πανοπλία που κρατά και τους άλλους απ' έξω

Η τελειομανία συνήθως περιγράφεται σαν υπόθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και στη δουλειά του. Ο Hewitt επιμένει ότι είναι, πρώτα απ' όλα, υπόθεση σχέσεων. Στη δουλειά του για την τελειομανική αυτοπαρουσίαση, την εικόνα που ο άνθρωπος δίνει στους άλλους, περιγράφει τρεις κινήσεις: την προβολή της τελειότητας, την απόκρυψη κάθε ορατού λάθους και την άρνηση να μιλήσει κανείς για τις δυσκολίες του, ακόμα και σε όσους τον αγαπούν.

Η τρίτη κίνηση είναι η πιο ακριβή. Ο άνθρωπος που δεν λέει ποτέ «δεν τα βγάζω πέρα» προστατεύεται από τη ντροπή, χάνει όμως ταυτόχρονα κάθε ευκαιρία να τον στηρίξει κάποιος. Οι άλλοι συναντούν μια βιτρίνα, και η βιτρίνα δεν μπορεί να παρηγορηθεί. Σε φοιτητές νομικής, ιατρικής και άλλων σχολών, η απροθυμία να μιλήσει κανείς για τις ατέλειές του συνδεόταν με λιγότερη κοινωνική στήριξη. Ο Hewitt και οι συνεργάτες του ονομάζουν αυτή την πορεία μοντέλο κοινωνικής αποσύνδεσης: η τελειομανία οδηγεί στη δυσφορία σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη μοναξιά που παράγει.

Η ίδια πανοπλία στρέφεται και προς τα έξω. Ο σύντροφος που ξαναπλένει τα πιάτα που μόλις έπλυνε ο άλλος, ο γονιός που διορθώνει τη ζωγραφιά πριν την κρεμάσει, ο προϊστάμενος που ξαναγράφει κάθε κείμενο της ομάδας. Η απαίτηση προς τους άλλους μοιάζει με αυστηρότητα, είναι όμως συχνά ο τρόπος να μην αφεθεί τίποτα που θα μπορούσε να εκθέσει. Εδώ φαίνεται και το βαθύτερο κόστος: η εγγύτητα προϋποθέτει να αντέχεις τη διαφορά του άλλου, και η διαφορά, για τον τελειομανή, μοιάζει πάντα με λάθος.

Υπάρχει και μια συλλογική διάσταση. Η πιο πρόσφατη ανάλυση, με 307 δείγματα και σχεδόν 83.000 φοιτητές από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τη Βρετανία, βρήκε ότι η αίσθηση πως οι άλλοι απαιτούν το τέλειο αυξάνεται με επιτάχυνση από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τα αντίστοιχα στοιχεία για την Ελλάδα λείπουν, όμως όποιος πέρασε από τις Πανελλήνιες ξέρει το βάρος που μπορεί να αποκτήσει ένας βαθμός μέσα σε μια οικογένεια. Η ίδια ανάλυση βρήκε ότι η σχέση της τελειομανίας με την κατάθλιψη και το άγχος έμεινε σταθερή σε όλες αυτές τις δεκαετίες. Όσο πληθαίνουν οι τελειομανείς, πληθαίνουν απλώς και οι άνθρωποι που υποφέρουν.

Υπάρχει «υγιής» τελειομανία;

Το ερώτημα συζητιέται εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια. Ο Don Hamachek πρότεινε το 1978 να ξεχωρίσουμε την «κανονική» τελειομανία, που αντλεί ικανοποίηση από τη δύσκολη δουλειά, από τη νευρωτική, που δεν βρίσκει ποτέ ικανοποίηση. Η διάκριση επιβίωσε και πέρασε στην καθημερινή γλώσσα, μαζί με την εύκολη παρηγοριά ότι «υπάρχει και καλή τελειομανία».

Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μετα-ανάλυση 45 μελετών, με σχεδόν 12.000 συμμετέχοντες, εξέτασε τη σχέση της τελειομανίας με τις αυτοκτονικές σκέψεις. Η αίσθηση ότι οι άλλοι περιμένουν το τέλειο όχι μόνο συνδεόταν με τέτοιες σκέψεις, αλλά προέβλεπε και την αύξησή τους με τον χρόνο. Μικρή αλλά υπαρκτή σύνδεση βρέθηκε και με τους ψηλούς προσωπικούς στόχους, εκείνο ακριβώς το κομμάτι που θεωρούνταν υγιές, και οι ερευνητές κατέληξαν ότι η ετικέτα «υγιές» χρειάζεται επανεξέταση. Μια συσχέτιση δεν σημαίνει ότι η τελειομανία οδηγεί κάποιον εκεί· η ψυχική δυσφορία έχει πάντα περισσότερες από μία ρίζες. Σημαίνει όμως ότι η αίσθηση πως δεν χωράς πουθενά αν δεν είσαι τέλειος αξίζει να παίρνεται στα σοβαρά, από τον ίδιο και από όσους είναι κοντά του.

Χρειάζεται και μια δεύτερη διάκριση. Η τελειομανία δεν είναι διάγνωση. Συναντιέται στην κατάθλιψη, στις αγχώδεις δυσκολίες, στις διατροφικές διαταραχές, στην ψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας, και δεν ταυτίζεται με καμία. Δεν ταυτίζεται ούτε με την ευσυνειδησία, την ικανότητα να κάνει κανείς καλά τη δουλειά του και να τη θεωρεί τελειωμένη.

Πού περνά λοιπόν η γραμμή; Ίσως εκεί όπου ο πήχης παύει να είναι επιλογή. Όσο κάποιος μπορεί να πει «σήμερα αρκεί αυτό» και να το εννοεί, οι ψηλοί του στόχοι μάλλον τον υπηρετούν. Όταν η σκέψη του να τα αφήσει γεννά πανικό, οι στόχοι έχουν γίνει κάτι άλλο. Ούτε αυτό το κριτήριο όμως είναι καθαρό, και η κλινική πραγματικότητα ξεφεύγει συχνά από τους κανόνες.

Ο τέλειος θεραπευόμενος

Ως ψυχοθεραπεύτρια έχω μάθει να προσέχω τους θεραπευόμενους που είναι υποδειγματικοί από την πρώτη συνεδρία. Έρχονται στην ώρα τους, προετοιμασμένοι, με το υλικό τακτοποιημένο. Ζητούν συγγνώμη όταν κλαίνε. Ρωτούν αν «το κάνουν σωστά». Η τελειομανία δεν μένει έξω από την πόρτα του γραφείου· μπαίνει μαζί τους, και ο θεραπευτής γίνεται γρήγορα ο νέος κριτής.

Αυτό έχει μετρήσιμες συνέπειες. Στη μεγάλη μελέτη του Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ για τη θεραπεία της κατάθλιψης, ο Blatt έδειξε ότι η έντονη τελειομανία εμπόδιζε σημαντικά την ανταπόκριση στις βραχείες θεραπείες, είτε επρόκειτο για ψυχοθεραπεία είτε για φάρμακο. Μέρος της επίδρασης περνούσε μέσα από τη θεραπευτική σχέση: οι τελειομανείς δυσκολεύονταν να σχετιστούν εποικοδομητικά με τον θεραπευτή τους, και το κοινωνικό τους δίκτυο φτώχαινε με τον καιρό. Ο ίδιος ο Blatt σημείωσε όμως ότι οι αυτοκριτικοί άνθρωποι βελτιώνονταν ουσιαστικά σε μακροχρόνια, εντατική θεραπεία. Συστηματική ανασκόπηση δεκαέξι τυχαιοποιημένων μελετών δείχνει ότι η εικόνα σήμερα είναι μεικτή: στις περισσότερες η τελειομανία βάραινε την έκβαση, σε αρκετές όχι.

Τι αλλάζει, όταν αλλάζει; Η ομάδα του Hewitt σύγκρινε δύο μορφές ψυχοδυναμικής θεραπείας ομάδας δώδεκα συνεδριών: μια υποστηρικτική και μια δυναμική-σχεσιακή, που ερμηνεύει τα μοτίβα του κάθε μέλους όπως ζωντανεύουν μέσα στην ομάδα και απέναντι στους θεραπευτές. Βελτιώθηκαν και οι δύο, με τις διαφορές να ευνοούν κυρίως τη σχεσιακή. Κι όταν ρωτήθηκαν οι κοντινοί άνθρωποι των θεραπευομένων, κατέγραψαν και εκείνοι μείωση της τελειομανίας μετά τη θεραπεία, με εξαίρεση την αίσθηση ότι οι άλλοι περιμένουν το τέλειο, που άλλαξε λιγότερο. Τα δείγματα είναι μικρά και τα ευρήματα θέλουν επιβεβαίωση.

Η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία δουλεύει εδώ με κάτι που δεν διδάσκεται με επιχειρήματα: την εμπειρία να φανεί κανείς ατελής μπροστά σε έναν άλλο άνθρωπο και η σχέση να μη ραγίσει. Μια συνεδρία όπου ο θεραπευόμενος έρχεται απροετοίμαστος. Μια φορά που ο θεραπευτής θυμάται λάθος μια λεπτομέρεια, το αναγνωρίζει, και η συνάντηση συνεχίζεται. Αυτές οι στιγμές δεν είναι εύκολες για κανέναν από τους δύο, και η δουλειά συνήθως χρειάζεται χρόνο. Η τυραννία του «πρέπει» χτίστηκε μέσα σε χρόνια, και το ίδιο αργά μαθαίνει κανείς να ζει χωρίς αυτήν.

Πιο απλά

Η τελειομανία έχει λιγότερη σχέση με την αγάπη για το καλό αποτέλεσμα και περισσότερη με τον φόβο να φανεί ένα λάθος. Οι ψηλοί στόχοι μπορεί να βοηθούν. Βλάπτει η ντροπή που ακολουθεί όταν δεν τους πιάσεις, η αίσθηση ότι το λάθος λέει την αλήθεια για το ποιος είσαι. Γι' αυτό πολλοί τελειομανείς αναβάλλουν, κρύβουν τις δυσκολίες τους και καταλήγουν να νιώθουν μόνοι ανάμεσα σε ανθρώπους που θα ήθελαν να τους βοηθήσουν. Η αλλαγή σπάνια έρχεται από το να χαμηλώσει κανείς τον πήχη. Έρχεται, όταν έρχεται, από την εμπειρία ότι μπορεί να φανεί ατελής και να μείνει αποδεκτός.

Αν χρειάζεσαι βοήθεια τώρα

Αν διαβάζοντας αναγνώρισες μέσα σου την αίσθηση ότι δεν χωράς πουθενά, ή αν αυτή τη στιγμή σκέφτεσαι να κάνεις κακό στον εαυτό σου, μπορείς να μιλήσεις με κάποιον τώρα: 1018 (Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία, 24/7, ανώνυμα) ή 10306 (Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης, 24/7). Σε άμεσο κίνδυνο, 112. Αν ζεις εκτός Ελλάδας, στο findahelpline.com θα βρεις τη γραμμή της χώρας σου.

Το δικαίωμα να φανείς ημιτελής

Ο τελειομανής συνήθως πιστεύει ότι, αν σταματήσει να ελέγχει, θα καταρρεύσει. Στην πράξη, αυτό που έρχεται πρώτο είναι μια ανησυχητική ελαφράδα: ένα κείμενο που στέλνεται με ένα τυπογραφικό λάθος και κανείς δεν το αναφέρει, μια συζήτηση όπου λέει «δεν ξέρω» και ο άλλος απλώς συνεχίζει. Ο κριτής δεν σωπαίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Χάνει σιγά σιγά την αποκλειστικότητα.

Δεν υπάρχει εγγύηση ότι η φωνή του «πρέπει» θα φύγει εντελώς, και ίσως δεν χρειάζεται. Μπορεί να μείνει μία φωνή ανάμεσα σε άλλες, όχι πια η μόνη που έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποιος είσαι. Και οι άνθρωποι γύρω, που για χρόνια έβλεπαν μόνο τη βιτρίνα, αποκτούν επιτέλους κάποιον να πλησιάσουν.

Θεωρητικές πηγές

Για όποιον θέλει να διαβάσει περισσότερα, οι βασικές πηγές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε αυτό το κείμενο, αλφαβητικά:

Sidney J. Blatt, The destructiveness of perfectionism: Implications for the treatment of depression (1995), περίληψη στο PubMed. Το άρθρο που έδειξε πόσο βαραίνει η τελειομανία στη θεραπεία της κατάθλιψης και γιατί οι αυτοκριτικοί άνθρωποι χρειάζονται συχνά μακρύτερη δουλειά.

Thomas Curran, Andrew P. Hill και P. M. Pose, Perfectionism is accelerating over time (2026), δωρεάν PDF. Μετα-ανάλυση 35 χρόνων δεδομένων για την αύξηση της τελειομανίας και την επιτάχυνση της πίεσης που νιώθουμε από τους άλλους.

Dana Harari και συνεργάτες, Is perfect good? A meta-analysis of perfectionism in the workplace (2018), περίληψη στο PubMed. Τι κερδίζει και τι χάνει κανείς όταν είναι τελειομανής στη δουλειά.

Paul L. Hewitt, Gordon L. Flett και συνεργάτες, The interpersonal expression of perfection (2003), δωρεάν PDF. Η τελειομανική αυτοπαρουσίαση και το γιατί η απόκρυψη των ατελειών κοστίζει στις σχέσεις.

Karen Horney, Neurosis and Human Growth (1950), βιβλίο χωρίς ελεύθερη εκδοχή. Ο εξιδανικευμένος εαυτός και η «τυραννία του πρέπει», στο κλασικό έργο της ύστερης σκέψης της.

Joachim Stoeber, Rachel A. Harris και Paul S. Moon, Perfectionism and the experience of pride, shame, and guilt (2007), δωρεάν PDF. Η μελέτη που ξεχωρίζει τους ψηλούς στόχους από τη ντροπή της αποτυχίας.

Diana Czepiel και Σπυρίδων Τάνταρος, Διερεύνηση των σχέσεων της γονικότητας με την εκδήλωση τελειοθηρίας σε φοιτητικό πληθυσμό (2018), δωρεάν PDF στα ελληνικά. Τα ελληνικά δεδομένα για το πώς η τελειομανία της οικογένειας περνά στα παιδιά.