Skip to main content
Χωρισμός: γιατί πονάει σαν θάνατος, και τι ακριβώς χάνουμε

Χωρισμός: γιατί πονάει σαν θάνατος, και τι ακριβώς χάνουμε

14 λεπτά ανάγνωση

Γιατί ο χωρισμός πονάει σαν πένθος, τι ακριβώς χάνουμε πέρα από τον άλλον, γιατί πενθούμε και όσους μας πλήγωσαν, και πώς ανασυγκροτείται η ταυτότητα. Ψυχοδυναμική ματιά.

Μοιραστείτε το

Είναι τρεις τα ξημερώματα και το χέρι έχει ήδη πιάσει το τηλέφωνο. Το μήνυμα γράφεται, σβήνεται, ξαναγράφεται. Ο άνθρωπος στον οποίο απευθύνεται ζει, είναι υγιής, βρίσκεται ίσως λίγα χιλιόμετρα μακριά. Παρ' όλα αυτά δεν υπάρχει πια, όχι με τον τρόπο που υπήρχε. Το μήνυμα δεν στέλνεται. Αυτό που μένει είναι ένα σώμα που δεν κοιμάται, μια σκέψη που γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, και μια ντροπή που έρχεται πάντα δεύτερη: είναι μόνο ένας χωρισμός. Γιατί νιώθω σαν να πέθανε κάποιος;

Η απάντηση της ψυχοδυναμικής σκέψης σε αυτή την ερώτηση είναι απλή και καθόλου παρηγορητική: επειδή, ψυχικά, κάποιος όντως πέθανε. Ο χωρισμός, μακριά από δυσάρεστη εμπειρία που ξεπερνιέται με λίγο χρόνο και μερικές συμβουλές, αποτελεί απώλεια με την πλήρη έννοια της λέξης, με πένθος που ακολουθεί τους δικούς του νόμους, και με μια ιδιαιτερότητα που τον κάνει συχνά πιο δύσκολο κι από θάνατο: αυτός που χάθηκε εξακολουθεί να υπάρχει. Το κείμενο αυτό επιχειρεί να πει τι ακριβώς χάνουμε όταν χωρίζουμε, γιατί ο πόνος έχει τη μορφή που έχει, και τι σημαίνει πραγματικά να «προχωρήσει» κανείς.

Ο εγκέφαλος δεν ξέρει τη διαφορά

Το 2003, η νευροεπιστήμονας Naomi Eisenberger και οι συνεργάτες της τοποθέτησαν συμμετέχοντες σε μαγνητικό τομογράφο και τους έβαλαν να παίξουν ένα απλό ψηφιακό παιχνίδι με μπάλα, από το οποίο, σε κάποια στιγμή, οι άλλοι παίκτες τους απέκλειαν. Ο αποκλεισμός ήταν ασήμαντος, το παιχνίδι ανούσιο. Ο εγκέφαλος όμως αντέδρασε ενεργοποιώντας τον ραχιαίο πρόσθιο προσαγώγιο φλοιό, την ίδια περιοχή που ενεργοποιείται όταν πονάμε σωματικά. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ethan Kross έδειξε ότι όταν άνθρωποι που είχαν πρόσφατα χωρίσει κοιτούσαν φωτογραφία του πρώην συντρόφου τους, ενεργοποιούνταν περιοχές που επεξεργάζονται τη συναισθηματική και, εξίσου, τη σωματική διάσταση του πόνου.

Η ανθρωπολόγος Helen Fisher πρόσθεσε το δεύτερο κομμάτι της εικόνας. Σκανάροντας τους εγκεφάλους ανθρώπων που είχαν απορριφθεί ερωτικά, βρήκε έντονη δραστηριότητα σε περιοχές του συστήματος ανταμοιβής, τις ίδιες που ενεργοποιούνται στην εξάρτηση από ουσίες. Ο απορριφθείς εραστής, με νευροβιολογικούς όρους, δεν είναι απλώς λυπημένος. Βρίσκεται σε στέρηση.

Αυτό εξηγεί γιατί η φράση «είναι στο μυαλό σου» είναι ταυτόχρονα κυριολεκτικά αληθής και εντελώς άχρηστη ως παρηγοριά. Ο πόνος του χωρισμού προέρχεται από έναν εγκέφαλο που εξελίχθηκε να αντιμετωπίζει την απώλεια δεσμού ως απειλή επιβίωσης, γιατί για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ακριβώς αυτό ήταν· υπερβολή ή αδυναμία χαρακτήρα δεν έχει καμία θέση στην εξήγηση. Η νευροεπιστήμη, ωστόσο, εξηγεί γιατί πονάμε. Δεν εξηγεί τι χάσαμε. Γι' αυτό χρειάζεται η ψυχανάλυση.

Freud: το πένθος που δεν ξέρει τι πενθεί

Στο «Πένθος και Μελαγχολία» (1917), ο Freud περιέγραψε το πένθος ως εργασία: αργή, επίπονη, και απολύτως αναγκαία. Όταν χάνουμε κάποιον, η ψυχή έχει επενδύσει σε αυτόν τεράστια ποσότητα ενέργειας, και η απώλεια δεν σημαίνει ότι η επένδυση αποσύρεται αυτόματα. Πρέπει να αποσυρθεί κομμάτι κομμάτι, από κάθε ανάμνηση, κάθε προσδοκία, κάθε συνήθεια που ήταν δεμένη με το χαμένο πρόσωπο. Το πένθος ολοκληρώνεται όταν αυτή η εργασία τελειώσει, και τότε, έγραψε ο Freud, «το Εγώ γίνεται ξανά ελεύθερο».

Στον θάνατο, η εργασία αυτή, όσο σκληρή κι αν είναι, έχει ένα πλεονέκτημα: την οριστικότητα. Ο νεκρός δεν επιστρέφει, δεν στέλνει μήνυμα, δεν εμφανίζεται σε κοινό φίλο με νέο σύντροφο. Το πένθος έχει κηδεία, τελετουργικό, κοινωνική αναγνώριση. Στον χωρισμό όλα αυτά λείπουν. Ο άλλος ζει, και συχνά ζει καλά, και η ψυχή δεν μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να τον πενθήσει ή να τον περιμένει.

Η οικογενειακή θεραπεύτρια Pauline Boss έδωσε σε αυτή την κατάσταση όνομα: «διφορούμενη απώλεια». Είναι η απώλεια που δεν έχει σαφή όρια, όπου το χαμένο πρόσωπο είναι ψυχικά παρόν και σωματικά απόν, ή το αντίστροφο. Η Boss τη μελέτησε αρχικά σε οικογένειες αγνοουμένων στρατιωτών, αλλά η δομή της εφαρμόζεται σχεδόν ακέραιη στον χωρισμό. Το πένθος δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί δεν ξέρει αν έχει το δικαίωμα να ξεκινήσει. Η ψυχή, μπροστά σε αυτή την αβεβαιότητα, κάνει το χειρότερο δυνατό: δεν πενθεί, δεν ελπίζει, μένει μετέωρη.

Bowlby: διαμαρτυρία, απόγνωση, αποδέσμευση

Ο John Bowlby, στη δεκαετία του 1950, παρατήρησε μαζί με τον James Robertson τι συμβαίνει σε μικρά παιδιά όταν χωρίζονται από τη μητέρα τους για μέρες ή εβδομάδες, όπως γινόταν τότε στα νοσοκομεία. Περιέγραψε τρεις φάσεις που ακολουθούσαν με σχεδόν νομοτελειακή σειρά. Πρώτα η διαμαρτυρία: το παιδί κλαίει, φωνάζει, ψάχνει, αρνείται κάθε άλλη φροντίδα, με όλη του την ύπαρξη στραμμένη στο να φέρει τη μητέρα πίσω. Μετά η απόγνωση: το κλάμα σταματά, το παιδί αποσύρεται, γίνεται παθητικό και θλιμμένο, σαν να έχει καταλάβει ότι η μητέρα δεν θα έρθει. Τέλος η αποδέσμευση: το παιδί φαινομενικά συνέρχεται, δείχνει ενδιαφέρον για το περιβάλλον, αλλά όταν η μητέρα επιστρέφει την αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή ακόμα και αποστροφή.

Οι τρεις αυτές φάσεις ξαναπαίζονται στον ενήλικο χωρισμό με εντυπωσιακή ακρίβεια. Το μήνυμα των τριών τα ξημερώματα είναι διαμαρτυρία: ούτε αδυναμία ούτε έλλειψη αξιοπρέπειας, παρά ο αρχαιότερος μηχανισμός του συστήματος δεσμού που προσπαθεί να επαναφέρει τη χαμένη φιγούρα. Η περίοδος που ακολουθεί, με τον ύπνο που δεν έρχεται, το φαγητό που δεν έχει γεύση, τον κόσμο που μοιάζει άχρωμος, είναι απόγνωση. Η αποδέσμευση, όταν έρθει, δεν είναι πάντα υγιής: μπορεί να πάρει τη μορφή μιας ψυχρότητας που ο άνθρωπος αρχίζει να θεωρεί δύναμη, ενώ είναι απλώς άμυνα.

Υπάρχει εδώ ένα σημείο που εξηγεί γιατί ο ίδιος χωρισμός βιώνεται τόσο διαφορετικά από διαφορετικούς ανθρώπους. Όσοι έμαθαν νωρίς ότι η απώλεια είναι αναστρέψιμη, ότι η μητέρα που φεύγει επιστρέφει, ότι η σχέση αντέχει τον αποχωρισμό, μπορούν να περάσουν τις τρεις φάσεις και να βγουν από την άλλη. Όσοι έμαθαν το αντίθετο, ότι η απόσταση σημαίνει εγκατάλειψη, κολλάνε στη διαμαρτυρία ή καταρρέουν στην απόγνωση, γιατί ο χωρισμός ξαναζωντανεύει, μαζί με την τωρινή απώλεια, και κάθε προηγούμενη. Όπως αναλύεται στο άρθρο για την εξάρτηση στις σχέσεις, ο φόβος της μοναξιάς που κάνει τον χωρισμό αβάσταχτο έχει συνήθως ρίζες πολύ παλιότερες από τη σχέση που τελείωσε.

Τι ακριβώς χάνουμε: ο εαυτός που υπήρχε μόνο μαζί του

Ρωτήστε κάποιον που μόλις χώρισε τι του λείπει και θα απαριθμήσει πράγματα που ακούγονται μικρά. Ότι κάποιος ήξερε πώς πίνει τον καφέ του. Ότι υπήρχε ένας άνθρωπος στον οποίο έστελνε τη φωτογραφία του ηλιοβασιλέματος χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει γιατί. Ότι όταν κάτι πήγαινε στραβά, υπήρχε μια φωνή που έλεγε «θα το λύσουμε» και η φωνή αυτή, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, το έκανε αλήθεια.

Ο Heinz Kohut, ιδρυτής της ψυχολογίας του εαυτού, έδωσε σε αυτά τα «μικρά» πράγματα θεωρητικό βάρος με την έννοια του αυτοαντικειμένου. Αυτοαντικείμενο είναι ένας άλλος άνθρωπος στον βαθμό που λειτουργεί ως κομμάτι του δικού μας ψυχικού εξοπλισμού: λιγότερο ως ξεχωριστό πρόσωπο με δικές του ανάγκες και περισσότερο ως πηγή λειτουργιών που ο εαυτός μας δεν μπορεί να εκτελέσει μόνος. Ο Kohut περιέγραψε δύο βασικές τέτοιες λειτουργίες. Το καθρέφτισμα: κάποιος να μας βλέπει, να επιβεβαιώνει ότι υπάρχουμε και ότι αξίζουμε. Έπειτα την ιδανικοποίηση: κάποιος να είναι αρκετά δυνατός και ήρεμος ώστε, στηριζόμενοι πάνω του, να ηρεμούμε κι εμείς.

Ο σύντροφος, σε κάθε σχέση με βάθος, γίνεται αυτοαντικείμενο. Εδώ κρύβεται η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου. Στον χωρισμό, πέρα από το πρόσωπο, χάνουμε τις λειτουργίες που το πρόσωπο αυτό εκτελούσε για λογαριασμό μας. Χάνουμε τον καθρέφτη μέσα στον οποίο βλέπαμε μια εκδοχή του εαυτού μας που, χωρίς εκείνον, δεν έχουμε πλέον πού να τη δούμε. Χάνουμε την ηρεμία που δανειζόμασταν. Χάνουμε, τελικά, τον εαυτό που υπήρχε μόνο μέσα σε αυτή τη σχέση. Γι' αυτό η ερώτηση «ποιος είμαι τώρα» που βασανίζει τον χωρισμένο δεν έχει τίποτα το ρητορικό ή το δραματικό: είναι κυριολεκτική. Ένα κομμάτι του εαυτού που ήταν εξωτερικά αποθηκευμένο έφυγε μαζί με τον άλλον, και η ψυχή χρειάζεται χρόνο για να το ξαναχτίσει από μέσα.

Γιατί πενθούμε και όσους μας πλήγωσαν

Το πιο παρεξηγημένο πένθος είναι εκείνο για μια σχέση που ήταν κακή. Ο περίγυρος δεν το καταλαβαίνει: «αφού σε πλήγωνε, γιατί κλαις;». Και ο ίδιος ο άνθρωπος ντρέπεται διπλά, για τον πόνο και για το ότι πονάει για κάποιον που «δεν του άξιζε». Η κλινική εμπειρία όμως δείχνει με συνέπεια ότι οι χωρισμοί από δύσκολες, αμφιθυμικές σχέσεις είναι συχνά οι πιο βασανιστικοί, και υπάρχουν τρεις λόγοι γι' αυτό.

Ο πρώτος είναι ότι σε μια δύσκολη σχέση η ψυχική επένδυση είναι μεγαλύτερη, όχι μικρότερη. Ο άνθρωπος που προσπαθούσε χρόνια να κάνει τη σχέση να δουλέψει έχει επενδύσει σε αυτήν ελπίδα, προσπάθεια, αυτοεικόνα, και όλα αυτά πρέπει τώρα να πενθηθούν. Ο δεύτερος είναι ότι το πένθος γίνεται αμφιθυμικό: αγάπη και θυμός για το ίδιο πρόσωπο, αλληλοακυρώνοντας το ένα το άλλο και εμποδίζοντας την εργασία που περιέγραψε ο Freud. Το άρθρο για την αμφιθυμία εξετάζει αναλυτικά γιατί η συνύπαρξη αντίθετων συναισθημάτων δεν είναι σύγχυση αλλά η πιο αληθινή μορφή δεσμού. Ο τρίτος λόγος, και ο πιο ύπουλος, είναι ότι αυτό που πενθούμε σε μια κακή σχέση είναι, πάνω απ' όλα, η ελπίδα, πολύ περισσότερο από το πρόσωπο. Η εκδοχή του άλλου που θα άλλαζε, η σχέση που θα γινόταν επιτέλους αυτό που έπρεπε να είναι, το μέλλον που είχαμε φανταστεί και που τώρα πεθαίνει τελευταίο.

Ο θυμός, σε αυτό το πένθος, δεν είναι πισωγύρισμα. Είναι στάδιο. Όσοι το παρακάμπτουν, από ευγένεια ή από φόβο, συχνά μένουν κολλημένοι σε μια θλίψη που δεν ολοκληρώνεται, γιατί η θλίψη χωρίς θυμό είναι πένθος για κάποιον που δεν έφυγε ποτέ πραγματικά.

Το πένθος που κολλάει

Ο Freud, στο ίδιο κείμενο του 1917, περιέγραψε τι συμβαίνει όταν το πένθος αποτυγχάνει. Την κατάσταση αυτή την ονόμασε μελαγχολία, και η περιγραφή του διαβάζεται σήμερα σαν κλινική εικόνα του χωρισμού που δεν τελειώνει. Αντί η ψυχή να αποσύρει σιγά σιγά την επένδυση από τον χαμένο, ταυτίζεται μαζί του: «η σκιά του αντικειμένου έπεσε πάνω στο Εγώ». Ο εγκαταλελειμμένος γίνεται, μέσα του, αυτός που τον εγκατέλειψε, και ο θυμός που θα έπρεπε να στραφεί προς τα έξω στρέφεται προς τα μέσα ως αυτοκατηγορία: δεν άξιζα, δεν έφτανα, φταίω εγώ.

Η ιδανικοποίηση είναι η άλλη μορφή του κολλήματος. Ο πρώην σύντροφος, όσο απομακρύνεται, γίνεται όλο και πιο τέλειος στη μνήμη, ώσπου κανένας πραγματικός άνθρωπος να μην μπορεί να τον ανταγωνιστεί. Πρόκειται για άρνηση της απώλειας μεταμφιεσμένη σε αγάπη, γιατί μια τέλεια σχέση δεν θα είχε τελειώσει, άρα ίσως δεν έχει τελειώσει πραγματικά. Το αντίθετο, η βιαστική νέα σχέση, εξυπηρετεί συχνά τον ίδιο σκοπό από άλλον δρόμο: αν κάποιος πάρει αμέσως τη θέση του χαμένου, η ψυχή δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει το κενό. Τα στάδια του πένθους σπάνια εξελίσσονται γραμμικά, και στον χωρισμό ακόμα λιγότερο, γιατί κάθε τυχαία συνάντηση, κάθε φωτογραφία, κάθε κοινός φίλος μπορεί να ξαναστείλει τον άνθρωπο στη διαμαρτυρία.

Μια ειδική περίπτωση αξίζει αναφορά: το διαζύγιο με παιδιά. Εδώ το πένθος δεν έχει κηδεία, και συχνά δεν έχει ούτε άδεια. Ο πρώην σύντροφος παραμένει διαρκώς παρών, ως γονιός, ως συνομιλητής, ως πρόσωπο που πρέπει να αντιμετωπίζεται πολιτισμένα κάθε Σαββατοκύριακο. Οι γονείς που χωρίζουν καλούνται να πενθήσουν έναν άνθρωπο με τον οποίο πρέπει ταυτόχρονα να συνεργάζονται, και η ψυχή, που δεν είναι φτιαγμένη για τέτοιες αντιφάσεις, συχνά επιλέγει να μην πενθήσει καθόλου. Το κόστος αυτού πληρώνεται χρόνια αργότερα.

Ανασυγκρότηση: ο εαυτός μετά

Ο Bowlby ονόμασε την τρίτη φάση «αποδέσμευση», και η λέξη έχει παρεξηγηθεί. Δεν σημαίνει λήθη. Δεν σημαίνει αδιαφορία, ούτε ότι ο άνθρωπος «ξεπέρασε» τον άλλον με την έννοια ότι έπαψε να τον σκέφτεται. Η υγιής αποδέσμευση είναι η μετατροπή του άλλου από παρόντα σε ανάμνηση: από κάποιον που η ψυχή περιμένει, ψάχνει και διεκδικεί, σε κάποιον που υπήρξε, που σημάδεψε, και που τώρα ανήκει στο παρελθόν με όλη του τη σημασία ακέραιη.

Η διαφορά είναι λεπτή στη διατύπωση και τεράστια στη βίωση. Να «προχωρήσει» κανείς σημαίνει να μπορεί να σκεφτεί τον άλλον χωρίς να γκρεμίζεται, όχι να περάσει μια μέρα χωρίς να τον σκεφτεί καθόλου. Να συναντήσει την ανάμνηση, το τραγούδι, τον δρόμο, και να νιώσει θλίψη ή τρυφερότητα ή ακόμα και ευγνωμοσύνη, αντί για πανικό. Ο εαυτός που ανασυγκροτείται μετά τον χωρισμό διαφέρει από τον παλιό, εκείνον πριν τη σχέση: έχει εσωτερικεύσει ό,τι η σχέση του έδωσε, και έχει μάθει να εκτελεί μόνος τις λειτουργίες που κάποτε ανέθετε στον άλλον.

Ο Winnicott, σε ένα σύντομο δοκίμιο του 1958, μίλησε για την ικανότητα να είναι κανείς μόνος ως κατάκτηση που αποκτάται παράδοξα μέσα σε σχέση: το παιδί μαθαίνει να είναι μόνο παίζοντας ήσυχα ενώ η μητέρα βρίσκεται στο δωμάτιο. Ο χωρισμός δοκιμάζει ακριβώς αυτή την ικανότητα. Όσοι την απέκτησαν νωρίς, τη βρίσκουν ξανά μετά τη διαμαρτυρία και την απόγνωση. Όσοι δεν την απέκτησαν, τη χτίζουν τώρα, συχνά για πρώτη φορά, και αυτό είναι ίσως το μόνο δώρο που κρύβει ένας χωρισμός.

Η θεραπευτική προσέγγιση

Ως ψυχοθεραπεύτρια, ξέρω ότι ο χωρισμός είναι από τους συχνότερους λόγους για τους οποίους κάποιος περνά για πρώτη φορά την πόρτα του γραφείου. Ξέρω επίσης, από την ίδια εμπειρία, ότι σχεδόν ποτέ δεν είναι μόνο ο χωρισμός. Ο άνθρωπος έρχεται για την τωρινή απώλεια, και μέσα σε λίγες συνεδρίες η τωρινή απώλεια αποκαλύπτει τις παλιότερες: τον πατέρα που έφυγε, τη μητέρα που ήταν εκεί χωρίς να είναι, την πρώτη εγκατάλειψη που δεν ονομάστηκε ποτέ. Ο χωρισμός σπάνια δημιουργεί το τραύμα του αποχωρισμού· συνήθως το ξεσκεπάζει.

Η ψυχοδυναμική θεραπεία προσφέρει, πρώτα απ' όλα, αυτό που ο χωρισμός στερεί: τελετουργικό. Έναν σταθερό χώρο και χρόνο όπου το πένθος που δεν έχει κηδεία μπορεί επιτέλους να διεξαχθεί, με μάρτυρα. Ο θεραπευτής δεν βιάζεται να «βοηθήσει τον άνθρωπο να προχωρήσει», γιατί το βιάσιμο είναι ακριβώς αυτό που εμποδίζει την εργασία του πένθους. Αντίθετα, βοηθά να ξεχωρίσουν τα νήματα: τι από αυτό που πονάει ανήκει στη σχέση που τελείωσε, και τι ανήκει σε παλιότερες ιστορίες που η σχέση αυτή απλώς ξαναζωντάνεψε. Το δεύτερο είναι συνήθως το βαρύτερο, και είναι αυτό που, αν δεν δουλευτεί, θα ξαναεμφανιστεί στον επόμενο χωρισμό, με άλλο πρόσωπο.

Υπάρχει τέλος το ερώτημα της ταυτότητας, που η θεραπεία το παίρνει στα σοβαρά αντί να το θεωρεί υπερβολή. Ποιος είμαι χωρίς αυτή τη σχέση; Το άρθρο για τα όρια και τη διαφοροποίηση εξετάζει την ικανότητα να παραμένει κανείς ο εαυτός του μέσα στη σχέση· ο χωρισμός δείχνει, εκ των υστέρων και συχνά οδυνηρά, πόσο από τον εαυτό είχε κανείς αφήσει έξω από τον εαυτό του. Η θεραπεία γίνεται ο χώρος όπου αυτό το κομμάτι επιστρέφει, όχι ως απώλεια αλλά ως επανάκτηση.

Πιο απλά

Ο χωρισμός πονάει σαν θάνατος γιατί ψυχικά είναι θάνατος: ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την απώλεια δεσμού με τα ίδια κυκλώματα που επεξεργάζεται τον σωματικό πόνο και τη στέρηση. Πενθούμε, πέρα από τον άλλον, τον εαυτό που υπήρχε μόνο μαζί του, τις λειτουργίες που εκείνος εκτελούσε για μας, και το μέλλον που είχαμε φανταστεί.

Το πένθος του χωρισμού είναι πιο δύσκολο από το πένθος του θανάτου γιατί δεν έχει οριστικότητα: ο άλλος ζει, και η ψυχή δεν ξέρει αν πρέπει να τον χάσει ή να τον περιμένει. Περνά από διαμαρτυρία, απόγνωση και αποδέσμευση, όπως στα μικρά παιδιά που χωρίζονται από τη μητέρα τους. Πενθούμε ακόμα και σχέσεις που μας πλήγωσαν, γιατί εκεί πενθούμε κυρίως την ελπίδα. Να προχωρήσει κανείς δεν σημαίνει να πάψει να σκέφτεται τον άλλον, αλλά να μπορεί να τον σκέφτεται χωρίς να γκρεμίζεται.

Αντί επιλόγου

Υπάρχει μια φράση που ακούγεται συχνά μετά από χωρισμό, από φίλους με καλή πρόθεση: «θα βρεις κάποιον καλύτερο». Η φράση παρακάμπτει ακριβώς αυτό που χρειάζεται να συμβεί. Πριν βρει κανείς κάποιον άλλον, χρειάζεται να ξαναβρεί τον εαυτό του, εκείνο το κομμάτι που είχε αποθηκεύσει στον άλλον και που τώρα πρέπει να ξαναχτιστεί από μέσα. Αυτή η δουλειά γίνεται με πένθος, με χρόνο, και συχνά με βοήθεια· με αντικατάσταση δεν γίνεται ποτέ.

Όποιος βρίσκεται τώρα στις τρεις τα ξημερώματα με το τηλέφωνο στο χέρι, ας κρατήσει ένα πράγμα από όλα αυτά: το ότι πονάει τόσο σημαίνει ότι αγάπησε, και τίποτα δεν πάει στραβά μαζί του. Σημαίνει ότι επένδυσε, ότι άφησε κάποιον να γίνει κομμάτι του. Η ικανότητα αυτή έμεινε ακέραιη μετά τη σχέση, και είναι το μόνο πράγμα που σίγουρα παίρνει μαζί του στην επόμενη, όποια κι αν είναι, και όποτε κι αν έρθει.

Θεωρητικές πηγές

Για όποιον θέλει να διαβάσει περισσότερο, οι βασικές πηγές στις οποίες στηρίχθηκε το κείμενο, αλφαβητικά:

Pauline Boss, «Ambiguous Loss» (1999), για την έννοια της διφορούμενης απώλειας, της απώλειας χωρίς σαφή όρια και χωρίς τελετουργικό.

John Bowlby, «Attachment and Loss, Volume 3: Loss» (1980), και οι παρατηρήσεις του με τον James Robertson στη δεκαετία του 1950 για τις φάσεις διαμαρτυρίας, απόγνωσης και αποδέσμευσης.

Naomi Eisenberger, Matthew Lieberman και Kipling Williams, «Does Rejection Hurt?», Science (2003), η μελέτη που έδειξε την κοινή νευρική βάση κοινωνικού και σωματικού πόνου.

Helen Fisher και συνεργάτες, για τη νευροαπεικονιστική έρευνα στην ερωτική απόρριψη και την ενεργοποίηση του συστήματος ανταμοιβής.

Sigmund Freud, «Πένθος και Μελαγχολία» (1917), το θεμελιώδες κείμενο για την εργασία του πένθους και τον μηχανισμό της μελαγχολικής ταύτισης.

Heinz Kohut, «The Analysis of the Self» (1971) και «The Restoration of the Self» (1977), για την έννοια του αυτοαντικειμένου και τις λειτουργίες καθρεφτίσματος και ιδανικοποίησης.

Ethan Kross και συνεργάτες, «Social rejection shares somatosensory representations with physical pain», PNAS (2011).

Donald Winnicott, «The Capacity to Be Alone» (1958), για την ικανότητα της μοναξιάς ως κατάκτηση που γεννιέται μέσα σε σχέση.